Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Για το νόημα που έχει το Δημοψήφισμα και το ΟΧΙ - ορισμένες τελευταίες σκέψεις και επισημάνσεις


Φτάσαμε, λοιπόν, στο παρά πέντε για το Δημοψήφισμα που από τη μια πραγματοποιείται μέσα σε μια ασφυκτικά περιορισμένη χρονική περίοδο και στην ουσία με μη ερωτήματα αφού και οι οπαδοί του ΝΑΙ και η κυβέρνηση που εισηγείται το ΌΧΙ  υποστηρίζουν την επίτευξη μιας "Νέας Συμφωνίας" - στην πραγματικότητα ενός Νέου Μνημονίου - με σαφώς βαρύτερους όρους από αυτούς που περιέχονται στα ερωτήματα του Δημοψηφίσματος. 

Από την άλλη, όμως, μπορεί το Δημοψήφισμα αυτό να έχει κρίσιμη σημασία για το μέλλον του τόπου.

Διεξάγεται μέσα στη χειρότερη φάση της κρίσης που μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Μέσα σ' ένα απειλητικό κλίμα, γεμάτο από εκβιασμούς και ωμές παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή της χώρας από τους Ευρωπαίους "εταίρους" και τους δανειστές.


Βιώνουμε την ολική επαναφορά των Fear Politcs ( Πολιτικής του Φόβου) όπου το ΟΧΙ ισοδυναμεί με τον σύγχρονο Αρμαγεδδώνα, την Ολική Καταστροφή. 

Κι όλα αυτά σε μια Ελλάδα που συστηματικά καταστρέφεται μετά από πέντε χρόνια εφαρμογής των πιο βάρβαρων πολιτικών λιτότητας και Μνημονίων.

 Με όρους και "συμφωνίες" που ούτε στους ηττημένους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είχαν επιβληθεί.
 Με μια συνεχιζόμενη ύφεση που πάλι με καταστάσεις χώρας υπό κατοχή μπορεί να παρομοιαστεί.

Η χώρα είναι εγκλωβισμένη στη θηλιά ενός Χρέους πλασματικού, εν πολλοίς εικονικού, το οποίο οι εξοντωτικές αλλά και αναποτελεσματικές πολιτικές των Μνημονίων, παρά τα haircuts, μόνο να διογκώσουν πέτυχαν και το κατέστησαν "χρέος εις το διηνεκές", μετατρέποντας την Ελλάδα σε χώρα τριτοκοσμική, μια αποικία χρέους, βορά στα χέρια αρπακτικών και ληστών των διεθνών αγορών. 

Οι ληστρικές πολιτικές εκμετάλλευσης της χώρας μας βρήκαν τη φυσική τους προέκταση στις παρεμβάσεις  στην πολιτική μας ζωή  που βλέπουμε και τις τελευταίες ημέρες.

Ωμή απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο  πάνω στη Δημοκρατία δεν στηρίζεται.

Ότι αποτελεί την Ένωση των κυρίαρχων συμφερόντων των μονοπωλίων, των Τραπεζών, των ληστρικών funds. 

Κι ότι έχει μετεξελιχθεί σε μια "Ένωση" υπό την ηγεμονία της Γερμανίας την οποία κανείς δεν "δικαιούται" να αμφισβητήσει.


Απέναντι σ' όλα αυτά είχαμε και την ενορχήστρωση της εκστρατείας του ΝΑΙ μέσα στη χώρα.


Γύρω από "ηθικοπλαστικά" εφευρήματα για την "Ευρώπη - το κοινό μας σπίτι", τις "κοινές αξίες" και άλλα ομοειδή.
 Και ταυτόχρονα με την εντεινόμενη κινδυνολογία και τον εκφοβισμό.

Και υπό το ασφυκτικό καθεστώς του κλεισίματος των Τραπεζών, την απειλή - που δεν πλέον μόνο απειλή - του οικονομικού στραγγαλισμού της χώρας, τις ουρές των συνταξιούχων και των πολιτών στα ΑΤΜ. 


Το αποκορύφωμα ήταν η επανεμφάνιση των πολιτικών βρικολάκων - όλων εκείνων που έχουν τις πρώτιστες και τις βαρύτερες ευθύνες για την κατάντια της χώρας και την κρίση στην οποία βρισκόμαστε - από τον ΓΑΠ και το Κωστάκη τον Καραμανλή μέχρι τον Σημίτη και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (!).

Από την άλλη, το ΟΧΙ το πρότεινε και το υποστηρίζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και το επωμίζεται ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.

Ποιο ΟΧΙ, όμως, και με ποια προοπτική;

Ένα ΟΧΙ εξαιρετικά ασαφές και αμφίσημο.


Όπως ήταν άλλωστε και η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα. 

Από την προεκλογική περίοδο με τον πληθωρισμό των υποσχέσεων, την "ευκολία" με την οποία περιέγραφε το πώς θα "έσκιζε" τα Μνημόνια ή θα τα καταργούσε τα Μνημόνια με μια πράξη, το "πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης", με τις "αγορές που θα χορεύανε πεντοζάλη" και άλλα παρόμοια.


Όλα αυτά μετεκλογικά μεταφράστηκαν σε μια πορεία συμβιβασμών και αλλεπάλληλων αντιφάσεων και παλινωδιών.

Έτσι φτάσαμε στη "συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου", τη "δημιουργική ασάφεια", τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις που κάθε βδομάδα έφταναν στη συμφωνία η οποία ανατρέπονταν πό τους δανειστές οι οποίοι εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τις τραγικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης και κυρίως τη σαφή έλλειψη σχεδίου και προοπτικής.

Γιατί - δυστυχώς - αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση όχι Σχέδιο Β  δεν είχε, αλλά ούτε καν σχέδιο Α.


Έτσι φτάσαμε την προηγούμενη βδομάδα την Παρασκευή το πρωί  η κυβέρνηση να είναι έτοιμη να υπογράψει μια συμφωνία με βάση ένα 47σελιδο κείμενο προτάσεων που περιλάμβανε βαρείς φόρους και μέτρα ύψους 8 δισ ευρώ που θα έπρεπε να τα πληρώσει ο λαός.

Και το βράδυ ο πρωθυπουργός να εξαγγέλλει το δημοψήφισμα.

Που κυρίως προτάθηκε  - όπως με ειλικρίνεια ή "αφέλεια" παραδέχτηκε ο κ. Τσακαλώτος χτες - γιατί η συμφωνία κατά πάσα πιθανότητα δεν θα περνούσε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ή τη Βουλή.


Προκειμένου με απλά λόγια να διατηρήσουν δηλαδή την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τις κυβερνητικές καρέκλες.

Τελικά, όμως, ποιο είναι το ΟΧΙ της κυβέρνησης πέρα από ένα ασαφές μήνυμα κατά της λιτότητας και της καταγγελίας των δανειστών;

Περικλείνεται μήπως στην επιδίωξη της Νέας Συμφωνίας που κατά την άποψη κορυφαίων στελεχών της μπορεί να υπογραφεί σε 48 ώρες;

Και που όπως όλοι ομολογούν θα είναι κατά πολύ χειρότερη και από αυτή την τελευταία πρόταση των δανειστών η οποία εξέπνευσε την Παρασκευή;

Ποιο είναι το ΟΧΙ, λοιπόν;

Μήπως τελικά και η στάση της κυβέρνησης οδηγεί σ' ένα μασκαρεμένο ΝΑΙ με βαρύτατες συνέπειες για το λαό μας;

Ο οποίος υφίσταται ήδη τις πρωτόγνωρες για τα μεταπολεμικά ιστορικά δεδομένα συνέπειες της οικονομικής κρίσης που πήρε εκρηκτικές συνέπειες αυτές τις ημέρες, πρωτίστως λόγω των πολιτικών και των επιλογών των μνημονιακών κυβερνήσεων αλλά και στη συνέχεια των τραγικών ανεπαρκειών  και λαθών και της παρούσας κυβέρνησης;

Ένα ΟΧΙ στο οποίο συναθροίζονται δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ αλλά το οποίο στηρίζουν και δυνάμεις της Ακροδεξιάς, οι ΑΝΕΛ, με αποκορύφωμα τη Χρυσή Αυγή και τον αλήστου μνήμης, Μπαλτάκο.

Και το οποίο οδηγεί το λαό σε μια πρωτοφανή πόλωση η οποία όμως δεν αντιστοιχεί σε πραγματικά οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά προτάγματα και διακυβεύματα.


Το δικό μας ΟΧΙ έχει τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Περιλαμβάνει το ΟΧΙ στις μνημονιακές πολιτικές, στη βάρβαρη λιτότητα.

Σ' αυτή την Ευρώπη του αγοραίου νεοφιλελευθερισμού, των κερδοσκόπων δανειστών και τοκογλύφων, των τραπεζών και των μεγάλων πολυεθνικών, της γερμανικής ηγεμονίας και μονοκρατορίας.

Είναι ΟΧΙ στους πολιτικούς και ιδεολογικούς εκπροσώπους της ολιγαρχίας, του πολιτικού κατεστημένου, τους κήρυκες της υποταγής και του εκφοβισμού.\

Είναι ΟΧΙ, όμως, και στα "μεταλλαγμένα" μνημόνια που αυτή τη φορά θα έχουν και "αριστερίζοντα" μανδύα.

Είναι ΟΧΙ στα ψευτοδιλήμματα, στον ψευδεπίγραφο φανατισμό και πόλωση,

ΟΧΙ στη χειραγώγηση των πολιτών από κάθε λογής οικονομικά, πολιτικά συμφέροντα, από μικροπολιτικές σκοπιμότητες διασφάλισης  κάποιων  σε υπουργικές, κυβερνητικές   θεσούλες.

Περισσότερο είναι ένα ΟΧΙ  σε κάθε τι το παλιό, το φθαρμένο, το παρακμιακό, σε οτιδήποτε υποδουλώνει το λαό μας σε παλιά και νέα δεσμά.

Και είναι ένα ΟΧΙ που θα ανιχνεύει μια διαφορετική προοπτική ελευθερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικονομικής ανάπτυξης για τη χώρα και το λαό μας.

Σ' ένα τέτοιο ΟΧΙ μπορούμε να συναντηθούμε άνθρωποι και πολίτες  με διαφορετική προέλευση αλλά με κοινή αγωνία για το μέλλον.

Όποιο κι αν είναι το αυριανό αποτέλεσμα το ΟΧΙ του ο λαός και οι πολίτες  θα το πουν όχι μόνο ή κυρίως με την ψήφο στο δημοψήφισμα ....

Αλλά με τη στάση και τους αγώνες του μέσα στις νέες τραγικά δύσκολες συνθήκες από τη Δευτέρα το πρωί!

Και άλλα σενάρια (!) - "Financial Times: «Ναι» και αναλαμβάνει ο Δραγασάκης, «όχι» και έρχεται το Grexit"


«Όχι ή Ναι» θα πουν οι Έλληνες την Κυριακή, διερωτάται ο δημοσιογράφος, Πίτερ Σπίγκελ. Αναλυτικά όσα γράφει στο κείμενό του για το αυριανό δημοψήφισμα στη χώρα μας.

Financial Times: «Ναι» και αναλαμβάνει ο Δραγασάκης, «όχι» και έρχεται το Grexit

«Τι θα πουν οι Έλληνες την Κυριακή, "Oxi ή Nai";» και «ποια θα είναι τα ενδεχόμενα για την Δευτέρα;». 

Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία προσπαθεί να δώσει απαντήσεις ο γνωστός δημοσιογράφος των Financial Times, Πίτερ Σπίγκελ. 

Σε νέο του άρθρο στους FT ο Σπίγκελ τονίζει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας και υπογραμμίζει ότι τρία είναι τα βασικά σενάρια για την επόμενη ημέρα. 

1) Η χώρα αποφασίζει «ναι» και ο Τσίπρας παραιτείται 

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, ορισμένοι ανώτεροι αξιωματούχοι στους κόλπους της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, συμπεριλαμβανομένου και του χαρισματικού υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, έχουν δηλώσει ότι θα παραιτηθούν εάν οι ψηφοφόροι επιλέξουν «ναι». Στην Αθήνα υπήρξε έντονη φημολογία ότι και ο ίδιος ο κ. Τσίπρας θα παραιτηθεί. 

inner 

Πόσο γρήγορα θα μπορούσε να σχηματιστεί μια νέα κυβέρνηση; Αυτό εξαρτάται, τονίζει ο Σπίγκελ, σημειώνοντας πως αν υπάρξει ένας μετριοπαθής συνασπισμός μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, αυτός θα μπορούσε να ενωθεί με τα τρία κόμματα στο κοινοβούλιο και να σχηματίσουν μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. 

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, μερικοί έχουν προτείνει τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη, τον πιο έμπειρο πολιτικό στην ιεραρχία του ΣΥΡΙΖΑ, ως πιθανό ηγέτη αυτού του μετριοπαθούς συνασπισμού. 

«Υπάρχει προηγούμενο: ένας τεχνοκράτης πρωθυπουργός, ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης Λουκάς Παπαδήμος, ανέλαβε ως επικεφαλής ενός συνασπισμού πολυκομματικής κυβέρνησης στα τέλη του 2011 και συμφώνησε το δεύτερο πακέτο διάσωσης με τους δανειστές», αναφέρεται στο δημοσίευμα. 

Ο Σπίγκελ τονίζει πως αυτή είναι ίσως η καλύτερη ευκαιρία για την Ελλάδα να αλλάξει πορεία και να εξασφαλίσει μια νέα διάσωση πριν από αυτό που πολλοί αξιωματούχοι πιστεύουν ότι είναι η προθεσμία χωρίς επιστροφή: την 20η Ιουλίου, όταν μία δόση 3,5 δισ. ευρώ πρέπει να αποπληρωθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. 

Αθέτηση σε χρέος απέναντι στην ΕΚΤ είναι σχεδόν βέβαιο ότι σημαίνει πως η κεντρική τράπεζα θα αποσύρει όλες τις ενισχύσεις για τις ελληνικές τράπεζες, αναγκάζοντάς την Ελλάδα να τυπώσει ένα νέο νόμισμα, προκειμένου αυτές να ανοίξουν εκ νέου. 

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι αξιωματούχοι θα προτείνουν πιθανώς ένα «πρόγραμμα γέφυρα» το οποίο θα χρηματοδοτήσει την Ελλάδα το καλοκαίρι, πριν αρχίσουν οι σοβαρές διαπραγματεύσεις για ένα νέο πρόγραμμα στήριξης. 

Εάν δεν προκύψει ένας μετριοπαθής ηγέτης στο ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι δύσκολο να διαμορφωθεί ένας μεγάλος συνασπισμός. Τα τρία μετριοπαθή κόμματα της αντιπολίτευσης – η κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία (76 έδρες), η κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ (13) και το φιλοευρωπαϊκό ΠΟΤΑΜΙ (17) -, ακόμα κι όλα μαζί, θα χρειαστούν ακόμα τουλάχιστον 44 από τους 149 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα των 300 εδρών και τότε θα πρέπει να πραγματοποιηθούν νέες εκλογές. Ωστόσο, οι εκλογές παίρνουν πολύ χρόνο - και σχεδόν σίγουρα θα χρειαστεί να οριστούν για μετά τις 20 Ιουλίου. 

2) Η χώρα ψηφίζει «ναι» και ο Τσίπρας μένει 

Ο κ. Τσίπρας έχει δεσμευτεί ότι θα συμμορφωθεί με τη βούληση του ελληνικού λαού, επιμένοντας ότι αν αυτός ψηφίσει «ναι» την Κυριακή, τότε ο πρωθυπουργός θα συμφωνήσει με τους όρους των πιστωτών. 

inner 

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Πίτερ Σπίγκελ, ένας αυξανόμενος αριθμός αξιωματούχων της Ευρωζώνης έχει δημοσίως δηλώσει ότι δεν μπορεί να συνεργαστεί με τον κ. Τσίπρα, ιδιαίτερα αφού τους κατηγόρησε ότι «εκβιάζουν»τους Έλληνες ψηφοφόρους σε εθνικό τηλεοπτικό διάγγελμά του την Τετάρτη. 

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, το ερώτημα είναι λοιπόν αν οι πιστωτές θα είναι ανοικτοί για να συνομιλήσουν με τον Τσίπρα, μετά από την πικρή ρήξη της περασμένης εβδομάδας. 

Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ κατέστησε σαφές ότι ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί αξιόπιστος στην εφαρμογή ενός προγράμματος διάσωσης, καθώς το έχει αποκηρύξει δημοσίως, ενώ οι περισσότεροι εκ των υπολοίπων υπουργών Οικονομικών συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, σημειώνει ο Σπίγκελ. 

Παρόλα αυτά, υπάρχουν μερικοί -ιδιαίτερα ο Mισέλ Σαπέν, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, και ο Πιέρ Μοσκοβισί, ο επίτροπος των Οικονομικών της Ε.Ε.- οι οποίοι έχουν εκφράσει την προθυμία να επανεμπλακούν σε διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση, ακόμη και αν ο κ Τσίπρας παραμείνει στη θέση του ως πρωθυπουργός. Αυτό θα είναι ακόμα πιο πιθανό αν η σύνθεση της κυβέρνησής, μέσω ενός συνασπισμού έχει αλλάξει. 

Ο Σπίγκελ γράφει ότι ο κ Βαρουφάκης άφησε να εννοηθεί ότι ένα «ναι» θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυβερνητικό ανασχηματισμό. Μια πιθανότητα είναι η εθνικιστική δεξιά των Ανεξάρτητων Ελλήνων, επί του παρόντος ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος, να αλλάξει θέσεις με το φιλοευρωπαϊκό Ποτάμι -μια κίνηση που ορισμένοι αξιωματούχοι της Ευρωζώνης έχουν πει ότι θα μπορούσε να αλλάξει το γενικότερο ύφος των συνομιλιών. Αλλά αυτό θα καθιστούσε δύσκολο το να επιτευχθεί μια συμφωνία πριν από τις 20 Ιουλίου. 

3) Η χώρα ψηφίζει «όχι» και έρχεται το Grexit 

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες από τον Φρανσουά Ολάντ, τον Γάλλο πρόεδρο, μέχρι το Ματέο Ρέντζι, τον Ιταλό πρωθυπουργό και τον Zαν Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχουν καταστήσει σαφές ότι θα θεωρήσουν το Όχι ως ρήξη με την Ευρώπη και επιλογή εξόδου από το ευρώ. 

inner 

Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι μπλοφάρουν, και τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο σκληροπυρηνικός υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, δήλωσε στο κόμμα του, στους Χριστιανοδημοκράτες, σε μια συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών πως μία ψήφος στο Όχι δεν σημαίνει και Grexit. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα, παρ' όλη τη ρητορική, οι πιστωτές να επανεκινήσουν τις συνομιλίες μετά από ένα «όχι». 

Ωστόσο, ακόμη κι αν οι συνομιλίες συνεχιστούν, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μια διαπραγματευση μετά από το δημοψήφισμα θα είναι ευκολότερη από ό, τι οι άκαρπες συνομιλίες των τελευταίων πέντε μηνών. Ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει ότι θα έχει ισχυρότερη εντολή για να πιέσει κατά των απαιτήσεων λιτότητας κι ότι σε ένα νέο πρόγραμμα μια ελάφρυνσης χρέους είναι πιθανότερη, κάτι που είναι μία από τις κύριες παραχωρήσεις που θέλει η Αθήνα. 

Αλλά πολλά από τα θέματα που τέθηκαν στο περιθώριο στις τρέχουσες συνομιλίες, σε μια προσπάθεια να βρεθεί μια γρήγορη συμβιβαστική λύση, θα ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα ξαναγυρίσουν στο τραπέζι - ακανθώδη θέματα, όπως η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και η απελευθέρωση των τιμών. Αυτό θα καταστήσει τις διαπραγματεύσεις για ένα νέο διετές πρόγραμμα πολύ δυσκολότερες από ό,τι οι προηγούμενες που αφορούσαν μόνο μια δόση του υφιστάμενου προγράμματος. 

Ο κ. Ντάισελμπλουμ, ο οποίος ηγείται των διαπραγματεύσεων με την Αθήνα για λογαριασμό του Eurogroup, δήλωσε στο ολλανδικό κοινοβούλιο την Πέμπτη ότι μια ψήφος στο «όχι» θα σήμαινε πως όχι μόνο δεν υπάρχει καμία βάση για ένα νέο πρόγραμμα, αλλά είναι επίσης αμφίβολο κατά πόσον υπάρχει βάση για την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. 

Ο κ.κ Σαπέν και Μοσκοβισί μπορεί να πιέσουν για την επανέναρξη των συνομιλιών. Αλλά πολλοί αξιωματούχοι της ευρωζώνης λειτουργούν υπό την υπόθεση εργασίας ότι οι διαπραγματεύσεις δεν θα ξαναξεκινήσουν στην περίπτωση που θα υπάρξει «όχι» στο δημοψήφισμα κι ότι η 20η Ιουλίου θα φτάσει χωρίς να υπάρχει συμφωνία. Τότε, θα έρθει το Grexit". 

Τα σχόλια μας είναι αντίστοιχα με το προηγούμενο άρθρο που δημοσιεύσαμε ...

Politico: Η Ελλάδα χρωστά λιγότερα από όσα ισχυρίζεται η Ευρώπη

GREEK DEBT


Η Ελλάδα χρωστά λιγότερα από όσα ισχυρίζεται η Ευρώπη υποστηρίζει ο καθηγητής Ιστορίας και Λογιστικής Jacob Soll, με άρθρο του στο POLITICO. Το κλειδί είναι ο τρόπου υπολογισμού του χρέους, και όπως αναφέρει πως «ουσιαστικά η Ελλάδα είναι παγιδευμένη σε ένα χρέος που ορίζεται από τους πολιτικούς και όχι από την οικονομική πραγματικότητα».
Ακολουθεί το άρθρο
Από τα μεσάνυχτα της Τρίτης, φαίνεται πλέον πως η Ελλάδα έχει αθέτησε μέρος της συμφωνίας απέναντι στο χρέος της, καθώς δεν κατάφερε να ξεχρεώσει την πληρωμή του δανείου ύψους 1,6 δισ. ευρώ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Με τις τράπεζές της να έχουν κλείσει και τους πολίτες της να ξεμένουν από μετρητά. Η Ελλάδα φαίνεται να έχει χρεοκοπήσει από το τεράστιο φορτίο χρέους της -ένα ασύλληπτο ποσό της τάξης των 380 δισ. ευρώ, περίπου, το οποίο υπολογίστηκε από την ελληνική στατιστική υπηρεσία ΕΛΣΤΑΤ και επιβεβαιώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Περιμένετε όμως: Χρωστάει όντως η Ελλάδα τόσα; Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ελάχιστοι, και αν, λογιστές, που συμφωνούν με αυτόν τον αριθμό. Λόγω της αναδιάρθρωσης του χρέους, πολλοί ανεξάρτητοι παρατηρητές έχουν υπολογίσει την αγοραστική αξία του χρέους της Ελλάδας κάπου στο ένα δέκατο αυτού του ποσού.
Μιλάμε για μια τεράστια διαφορά, και ίσως να πιστέψετε ότι είναι χαλκευμένη από κάποιον λογιστή ταγμένο με το μέρος των Ελλήνων. Το εν λόγω επιχείρημα, ωστόσο, έγινε από Γερμανούς τραπεζίτες, Αμερικανούς αναλυτές και διεθνείς ηγέτες του λογιστικού τομέα. Όλοι τους συμφωνούν πως αν υπολογίσουμε το χρέος της Ελλάδας υπό τα σύγχρονα λογιστικά πρότυπα, γνωστά ως IPSAS -οι κανόνες που χρησιμοποιούνται από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και σε χώρες όπως η Βρετανία και η Πορτογαλία- θα διαπιστώσουμε πως μάλλον είναι αρκετά χαμηλότερο. Για την ακρίβεια, είναι σχεδόν 40 δισ. ευρώ.
Τον Μάιο έγραψα ένα άρθρο στο POLITICO σχετικά με τις λογιστικές προκλήσεις της Ευρώπης. Απ' όταν το κατέθεσα, η ίδια η Ελλάδα έχει υιοθετήσει τα λογιστικά πρότυπα του IPSAS. Για την ακρίβεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει να τα υιοθετήσουν όλες οι χώρες της ΕΕ.
Σύμφωνα με το IPSAS, οι Έλληνες θα έπρεπε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν την αναδιάρθρωση του χρέους τους στην αγοραία αξία από τη μέρα που προέκυψε η οφειλή. Με αυτόν τον τρόπο πλέον υπολογίζουν οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες την αξία του χρέους τους. Σε αυτή την περίπτωση, η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας έχει εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια -πολύ λιγότερα από 2%- και προθεσμία λήξης της αποπληρωμής μέχρι και το 2054, καθιστώντας έτσι τα επιτόκια μικρά και ελεγχόμενα.
Αντ' αυτού όμως, το ελληνικό χρέος υπολογίζεται σε ονομαστική αξία -η αξία του χρέους, δηλαδή, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά, αγνοώντας όλες τις ανατιμήσεις στην αναδιάρθρωση που υπάρχουν τώρα στα βιβλία. Το ελληνικό χρέος αναδιαρθρώθηκε το 2010, το 2011 και δύο φορές το 2012. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγινε η αντιστοιχία ήταν τέτοιος που οι Έλληνες εξακολουθούν να μην έχουν κανένα όφελος από τους νέους όρους: Αντίθετα, έχουν κολλήσει με ένα χρέος που μοιάζει με τον μύθο του Σίσυφου και δεν αλλάζει ποτέ. Ουσιαστικά η Ελλάδα είναι παγιδευμένη σε ένα χρέος που ορίζεται από τους πολιτικούς και όχι από την οικονομική πραγματικότητα. 
Μην παρεξηγήσετε την κατάσταση: οι Έλληνες δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Το ελληνικό κράτος και οι τράπεζές του έπαθαν αμόκ και δανείστηκαν από πάντού με ξέφρενους ρυθμούς. Η ελληνική κοινωνία είχε ήδη διαλυθεί πριν έρθει η καταστροφή του χρέους. Όσο φορολογικά ανεύθυνοι ήταν, όμως, το ελληνικό κράτος και οι τράπεζες, άλλο τόσο ήταν και εκείνοι που τους έδιναν τα δάνεια. Δεν υπήρχε ποτέ τρόπος για την Ελλάδα να ξεπληρώσει 380δις ευρώ, τα οποία είναι το 175% ενός ΑΕΠ που εξαφανίζεται ταχύτατα.
Ο σωστός υπολογισμός του ποσού του χρέους είναι σαφώς σημαντικός, όχι μόνο γιατί αυτό είναι το δίκαιο, αλλά και επειδή προσφέρει μια εύκολη οικονομική λύση σε κάτι που αποτελεί ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Είναι επίσης σημαντικό δεδομένου ότι ολόκληρη αυτή η ελληνική τραγωδία έχει παιχτεί σε ηθικούς όρους: οι σπάταλοι Έλληνες δανείστηκαν πάρα πολλά χρήματα και δεν μπορούν να τα ξεπληρώσουν. Τώρα, θα πρέπει να τιμωρηθούν.
Οι πιστωτές της Ελλάδας είναι ξεκάθαρο πως έχουν την ισχύ να επιβάλλουν το δικό τους λογιστικό σύστημα. Τα καλά νέα όμως είναι πως έχουν επίσης και τα μέσα να επαναπροσδιορίσουν το χρέος. Από όπου κι αν το δει κανείς, η Ελλάδα είναι απένταρη, αλλά το ερώτημα είναι «πόσο απένταρη;» και αν μπορεί να ξεπεράσει το πρόβλημα.
Αυτή η αναδιάρθρωση δανείων έχει καταφέρει να κρατήσει την Ευρώπη ζωντανή και να αγοράσει λίγο χρόνο στην ΕΕ. Τώρα όμως ο χρόνος τελειώνει. Η σύμπτυξη του χρέους με τα σύγχρονα, διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα είναι η απλούστερη και πιο έξυπνη στρατηγική για να λυθεί αυτή η κρίση. Το καλύτερο από όλα είναι πως αυτό έχει ήδη γίνει. Πράγματι, η λύση βρίσκεται στα βιβλία. 

*Ο Jacob Soll είναι καθηγητής Ιστορίας και Λογιστικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια και συγγραφέας του «The Reckoning: Financial Accountability and the Rise and Fall of Nations.»

Εκβιασμοί δίχως τέλος - Η επόμενη ημέρα στο μικροσκόπιο των Βρυξελλών: Για ποιο ενδεχόμενο έχουν προετοιμαστεί και σε τι ποντάρουν μετά το δημοψήφισμα


BRUSSELS GREECE JUNCKER

Οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται ενόψει του δημοψηφίσματος και ποντάρουν σε κυβέρνηση τεχνοκρατών ή εθνικής σωτηρίας μετά από ένα «ναι» του ελληνικού λαού.
 
"Την εντύπωση ότι παρακολουθούν από απόσταση έναν ακροβάτη σε τεντωμένο σχοινί εκατοντάδες μέτρα από το έδαφος, δίνουν οι Βρυξέλλες, καθώς εξερευνούν τα σενάρια που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν μετά από ένα «ναι» ή ένα «όχι». Και ο λόγος που βρίσκονται σε απόσταση είναι γιατί θεωρούν πως τα σενάρια είναι συγκεκριμένα και οι επιπτώσεις τους αφορούν κυρίως την Ελλάδα και όχι την Ευρωζώνη, που έχει θωρακιστεί απέναντι σε ενδεχόμενη νέα κρίση.

Εκτός ίσως από την πιθανότητα το συνταγματικό δικαστήριο να είχε ακύρωσει το δημοψήφισμα, κάτι που θα δυσκόλευε, όπως αναφέρουν κύκλοι των Βρυξελλών, ακόμα περισσότερο την κατάσταση καθώς θα χανόταν η ευκαιρία να μάθουν απευθείας τι επιλέγει ο ελληνικός λαός...
Το σενάριο του «ναι»
Συγκεκριμένα, αμέσως μετά από ένα «ναι» στο δημοψήφισμα της Κυριακής οι Βρυξέλλες σκοπεύουν να προτείνουν στην Ελλάδα ένα πρόγραμμα δύο-τριών μηνών για να αντιμετωπιστούν οι άμεσες χρηματοδοτικές της ανάγκες.  Όπως αναφέρουν κύκλοι των Βρυξελλών, εφόσον οι Έλληνες πουν «ναι» οι διαπραγματεύσεις για ένα τρίτο πρόγραμμα θα ξεκινήσουν αμέσως, ωστόσο, λόγω των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων δε θα είναι δυνατό να συμφωνηθεί  ένα διετές πρόγραμμα απευθείας. Επιπλέον οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι υπολογίζουν σε θετική ανταπόκριση από τα κράτη μέλη, ωστόσο άλλες πηγές διατηρούν τις αμφιβολίες τους για τη στάση που θα κρατήσουν οι «σκληροί» του Eurogroup.

Με δεδομένο πως στις 20 Ιουλίου η κυβέρνηση πρέπει να πληρώσει 3,7 δις στην ΕΚΤ, αναφέρουν πως όλα πρέπει να γίνουν ταχύτατα, μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο να μη μπορέσει να γίνει η συγκεκριμένη εκταμίευση εγκαίρως για την πληρωμή.

Σε ότι αφορά μάλιστα το τρίτο πρόγραμμα, ξεκαθαρίζουν, ότι θα το διαπραγματευτούν μόνο με μια νέα κυβέρνηση τεχνοκρατών ή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, ενώ αναφέρουν πως είναι άγνωστο ποια θα είναι τα κεφάλαια που χρειαστούν, καθώς πρόκειται για μια νέα πραγματικότητα μετά το κλείσιμο των τραπεζών, ενώ παράλληλα δεν αποκλείουν πως σε αυτό το σενάριο η Ελλάδα θα μπορούσε να βγει στις αγορές μετά από ένα χρόνο.

Επίσης, φαίνεται πως οι κορυφαίοι παράγοντες της Ευρωζώνης αποκλείουν κατηγορηματικά να συνομιλήσουν και πάλι με την παρούσα κυβέρνηση. Είναι γεγονός μάλιστα ότι μια άρνηση δανείου προβλέπεται και από το καταστατικό του ESM παρά το σαφώς αντιδημοκρατικό χαρακτήρα την εν λόγω παραδοχής. Ανεπίσημα δικαιολογείται η ενδεχόμενη τέτοια στάση, από το επιχείρημα ότι τα προγράμματα διάσωσης πετυχαίνουν μόνο όταν οι κυβερνήσεις τα οικειοποιηθούν και είναι αποφασισμένες να τα εφαρμόσουν.

Το σενάριο του «όχι»
Σε ότι αφορά, τώρα, το σενάριο του «όχι», οι ίδιες πηγές λένε πως η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη είναι αναπόφευκτη, ξεκαθαρίζοντας πως δεν έχουν να πουν τίποτα με τον υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη και η όποια διαπραγμάτευση ακολουθήσει θα είναι εξαιρετικά σύντομη.

Εξηγούν πως η έξοδος μιας χώρας από το ευρώ μπορεί να μην προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας όμως η Ελλάδα θα αναγκαστεί να αποχωρήσει, καθώς αν δεν πληρωθούν στις 20 Ιουλίου τα 3,7 δισ. στην ΕΚΤ, η ΕΚΤ θα κόψει εντελώς τον ELA, μετά θα κουρέψει τα ενέχυρα και χωρίς ρευστότητα οι τράπεζες δε θα ξανανοίξουν, εξαναγκάζοντας την ελληνική κυβέρνηση  να τυπώσει άλλο νόμισμα.

Σε αυτήν την περίπτωση υπολογίζουν πως η Ελλάδα δε θα μπορέσει να δανειστεί από κάπου αλλού, ούτε από το ΔΝΤ απέναντι στο οποίο έχει αθετήσει την πρόσφατη πληρωμή, και θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Επιπλέον, προκαταβάλλουν πως σύντομα θα προσπαθήσει να ξαναμπεί στην Ευρωζώνη και τότε, λένε, η προσαρμογή θα είναι πιο δύσκολη. 

Καταλήγοντας, αναφέρουν πως η προετοιμασία των κρατών-μελών της Ευρωζώνης για το σενάριο Grexit, έχει πραγματοποιηθεί και δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης, καθώς οι αναγκαίοι μηχανισμοί βρίσκονται σε λειτουργία, σε αντίθεση με το 2010. 

Ακόμα και η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία είναι προστατευμένες, ενώ οι αγορές αναμένεται να αντιδράσουν ήπια. Το οικονομικό κόστος, καταλήγουν, για την Ευρωζώνη θα είναι σημαντικό, σημειώνουν, αλλά όχι καταστροφικό".

Είναι προφανής ο ιταμός και εκβιαστικός τόνος αυτών των υπολογισμών της Ευρωκρατίας.

Είναι ξεκάθαρη η ωμή πολιτική παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Όσο πιο ανεπηρέαστοι οι Έλληνες πολίτες πρέπει να δώσουν τη δική τους απάντηση:

Να πουν το δικό τους  ΌΧΙ. 

Που δεν έχει σχέση με την ανερμάτιστη, την χωρίς προοπτική στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ που απλώς οδηγεί σε νέα συμφωνία, νέο Μνημόνιο με επαχθέστερους όρους, ή ακόμα και σ' ένα Grexit που θα σπρώξουν τη  τη χώρα οι πιο "σκληροί" της Ευρωζώνης με προεξάρχοντα το Σόιμπλε και τους ομοϊδεάτες του. 

Αλλά θα είναι ένα αποφασιστικό ΟΧΙ  που θα ανοίγει το δρόμο για μια διαφορετική πορεία της χώρας και της κοινωνίας μας. 


Η εικόνα της συγκέντρωσης στο Σύνταγμα από ψηλά με τα...μάτια ενός drone!


Εκτύπωση
Το ρωσικό ειδησεογραφικό site Russia Today κάλυψε την συγκέντρωση στο Σύνταγμα, όσων λένε «όχι» στο δημοψήφισμα της Κυριακής με τη βοήθεια εικόνας που έλαβε από drone και το υλικό που παρουσιάζει είναι εντυπωσιακό.

«Το Ruptly drone "αιχμαλώτισε" χιλιάδες ανθρώπους που πλημμύρισαν την Πλατεία Συντάγματος την Αθήνα την Παρασκευή, υποστηρίζοντας το "όχι" στο επικείμενο δημοψήφισμα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας αναμένεται να απευθυνθεί στο πλήθος κατά την συναυλία καλλιτεχνών που υποστηρίζουν την εκδήλωση», αναφέρεται στην περιγραφή του βίντεο καθώς τα πλάνα ελήφθησαν πριν τον χαιρετισμό του πρωθυπουργού.

Ένα ναρκοθετημένο δημοψήφισμα




Γιατί το δημοψήφισμα της Κυριακής είναι μία διαδικασία ναρκοθετημένη εκ των προτέρων. Τι γράφει η δημοσιογράφος Βασιλική Σιούτη στο blog της.

"Το δημοψήφισμα της Κυριακής είναι μία διαδικασία ναρκοθετημένη εκ των προτέρων, στην οποία ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει εάν εγκρίνει κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί ή εάν το απορρίπτει για να πάει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Είναι ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι επιλογές είναι στην πραγματικότητα μη επιλογές και είναι πραγματικά πολύ θλιβερό το πώς φτάσαμε εδώ μετά από μία σειρά οδυνηρών υποχωρήσεων και λαθών χωρίς κανείς να πατήσει εγκαίρως φρένο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε ξεκάθαρη εντολή στις 25 Ιανουαρίου να τερματίσει τα μνημόνια και την πολιτική λιτότητας που τσάκισε τα φτωχότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία του κόμματος δεσμεύτηκε προεκλογικά ότι αυτό μπορεί να το καταφέρει εντός της Ευρωζώνης. Τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά, παρότι από εντελώς διαφορετική σκοπιά, του έλεγαν ότι δεν μπορεί να τερματίσει τα μνημόνια εντός της Ευρωζώνης γιατί πολύ απλά αυτά αποτελούσαν τον όρο για την παραμονή της.
Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα από αρκετά νωρίς. Ή θα επιλέγαμε την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αποδεχόμενοι την σκληρή πολιτική λιτότητας με την οποία πάει πακέτο, προσπαθώντας τουλάχιστον να υπάρξει μία κάπως διαφορετική αναδιανομή των βαρών, ή θα δοκιμάζαμε τις δυνάμεις μας βγαίνοντας από αυτή και αποκτώντας ξανά εθνικό νόμισμα. Αυτό το τελευταίο θεωρητικά μπορούσε να γίνει είτε με ρήξη είτε και με συναίνεση-αφού και ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Β.Σόιμπλε, που για τους δικούς του λόγους ήθελε την Ελλάδα εκτός, είχε προτείνει τόσο στον Ευ.Βενιζέλο όσο και στον Γ.Βαρουφάκη την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ισχυριζόμενος ότι θα την στηρίξει κιόλας για να γίνει σχετικά ομαλά.
Σε κάθε περίπτωση, η παραμονή στην Ευρωζώνη απαιτούσε αποδοχή της λιτότητας και η έξοδος έναν πολύ καλά οργανωμένο σχεδιασμό.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μπορεί να πετύχει την άρση της λιτότητας παραμένοντας στο ευρώ, γιατί θα κατάφερνε να τους πείσει και γιατί νόμιζε ότι θα είχε συμμάχους σε αυτό τον Ντράγκι, τον Γιούνκερ, τον Ρέντσι, τον Ολάντ και τις ΗΠΑ. Πίστευε μάλιστα ότι θα κατάφερνε συμμαχώντας μαζί τους να προκαλέσει ρήγμα -έτσι έλεγαν- στη γερμανική κυριαρχία και να αλλάξουν την Ευρώπη. Στο τέλος έφτασαν να πιστεύουν μέχρι και ότι η καγκελάριος Μέρκελ ήταν καλή και θα στήριζε την Ελλάδα παραμερίζοντας τον κακό Σόιμπλε που ήταν το εμπόδιο.

Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι όλα αυτά στηρίζονταν σε μια πολιτική αφέλεια, στην απειρία και στην αδυναμία να αντιληφθούν τη σημασία της πολιτικής ισχύος και των συσχετισμών.
Οι υποχωρήσεις από τις προεκλογικές τους θέσεις άρχισαν από τις 26 Ιανουαρίου και κορυφώθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου με την περιβόητη συμφωνία που υπέγραψε ο Βαρουφάκης στο Eurogroup . Όποιος παρακολούθησε τι συνέβη εκεί και διάβασε το ντοκουμέντο της συμφωνίας, αντιλήφθηκε ότι η ηγεσία της κυβέρνησης έπεσε στην παγίδα που της είχαν στήσει. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου η πλήρης ομηρεία στην οποία βρέθηκε και η κυβέρνηση και η χώρα την περασμένη Παρασκευή.
Σε εκείνο το ανακοινωθέν του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη αναφερόταν ρητά ότι η Ελλάδα ζήτησε την «παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία διέπεται από μία σειρά δεσμεύσεων». Ζήτησε δηλαδή την παράταση της σύμβασης και του μνημονίου, κάτι που αν και φαινόταν ξεκάθαρα, τόσο από το κείμενο, όσο και από τα συνοδευτικά έγγραφα, στον δημόσιο λόγο τους το αρνούνταν.

Το ίδιο επίμονα αρνούνταν και το ότι δέχθηκαν να ολοκληρώσουν την τελευταία αξιολόγηση, αυτή που δεν κατάφερε να κλείσει ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γκ.Χαρδούβελης, ενώ το κείμενο το ανάφερε ρητά: «Ο σκοπός της επέκτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης (σ.σ συμφωνίας), και με την καλύτερη δυνατή χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας (σ.σ ισοδύναμα) που θα επιθεωρηθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς». Επίσης ανέφερε ότι : «Μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς, θα επιτραπεί η εκταμίευση της δόσης».
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Σε εκείνο το Eurogroup ο Γ.Βαρουφάκης υπέγραψε ότι «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα» καθώς και «να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012».

Η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη όμως περιείχε και τη μοιραία δέσμευση περί μη μονομερών ενεργειών, με την οποία η κυβέρνηση ναρκοθετούσε -αν δεν ακύρωνε, την εντολή των εκλογών για κατάργηση του μνημονίου: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς».

Και η ανακοίνωση της συμφωνίας του Eurogroup που αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά , κατέληγε ως εξής: «Παραμένουμε δεσμευμένοι να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην Ελλάδα, ωσότου κατακτήσει πλήρη πρόσβαση στην αγορά και εφόσον τιμήσει τις δεσμεύσεις της εντός του συμπεφωνημένου πλαισίου».

Δηλαδή η κυβέρνηση θα έπαιρνε λεφτά, μόνο αν εφάρμοζε το μνημόνιο , έκλεινε την αξιολόγηση και έπραττε ότι της επέβαλλαν.
Η συνέχεια γνωστή: οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι η κυβέρνηση δεν τήρησε αυτή τη συμφωνία και δεν της έδωσαν χρήματα, ενώ η κυβέρνηση υποστήριζε ότι την τήρησε και ότι οι Ευρωπαίοι ήταν ασυνεπείς που δεν της έδωσαν τα λεφτά.

Όποιος διαβάσει όμως προσεκτικά το κείμενο αυτό (παρατίθεται στο τέλος ολόκληρο) μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι η συμφωνία αυτή ήταν η τέλεια παγίδα. Οι δανειστές δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα παραπάνω και ήταν προφανές ότι ο χρόνος θα δούλευε υπέρ τους. Όσο θα πλησιάζαμε στην λήξη της παράτασης, στις 30 Ιουνίου, τόσο πιο πολύ θα πιεζόταν η κυβέρνηση προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία και την καταστροφή που θα ακολουθούσε αν δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση αντιθέτως, νόμιζε ότι είχε κερδίσει χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα οι δανειστές τον ροκάνιζαν, αφήνοντας την να νομίζει ότι διαπραγματεύεται.
Για τη συμφωνία αυτή έχουν ειπωθεί πολλά και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Έχει ακουστεί εντόνως, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται, ότι ο Γ.Βαρουφάκης αρνούνταν να την υπογράψει και το έκανε μόνο όταν πήρε εντολή από το Μαξίμου για να το κάνει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή είναι αλήθεια. Πριν από λίγο καιρό, σε τηλεοπτική συνέντευξή του ο Αλέξης Τσίπρας, παραδέχθηκε ότι «παραπλανήθηκαν». Μέχρι τότε όμως, επέμεναν ότι η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη ήταν επιτυχία και αρνούνταν να παραδεχθούν ότι είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ήταν εντυπωσιακό ότι δεν δόθηκε καμία δημοσιότητα στη συμφωνία αυτή που δέσμευε το μέλλον της χώρας και τα ΜΜΕ σχεδόν την απέκρυψαν, καθώς τότε προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τον πρωθυπουργό να ολοκληρώσει τη «στροφή στο ρεαλισμό».

Ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πράγματι και ήταν διατεθειμένος εξαρχής να κάνει συμβιβασμούς και να τα βρει με τους δανειστές. Αλλά με έναν τρόπο που θα του άφηνε κάποια περιθώρια αυτά να περάσουν από το κόμμα του. Οι δανειστές δεν του άφησαν κανένα. Αυτό ήταν προφανές από πολύ νωρίς, άλλωστε οι «θεσμοί» δεν το έκρυβαν, αλλά στο Μαξίμου μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι οι δανειστές μπλοφάρουν.
Όλο αυτό το διάστημα υπήρξαν πολλές φωνές καλόπιστης κριτικής, αλλά και προειδοποιήσεις προς την ηγεσία, ακόμα και από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, τις οποίες η ηγεσία αγνόησε. Με τον ίδιο τρόπο είχε αγνοήσει και όλες τις παροτρύνσεις για να ετοιμάσει εγκαίρως εναλλακτικά σχέδια και προτάσεις για την περίπτωση που το σχέδιο «θα πείσουμε τους δανειστές» δεν πετύχαινε. Αρνιόταν όμως πεισματικά και ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην πείσει τους δανειστές. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων χωρίς σωσίβια λέμβο γιατί ο καπετάνιος επέμενε ότι δεν χρειάζεται.
Όλο αυτό το διάστημα ο Αλέξης Τσίπρας, ως κλασικός κεντριστής, προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ συμβιβασμού και ρήξης, ώστε να κρατάει ικανοποιημένους και τους μετριοπαθείς τους κόμματός του και τους ριζοσπάστες. Οι πρώτοι θεωρούσαν βέβαιο το συμβιβασμό και οι δεύτεροι -σίγουροι καθώς ήταν ότι οι δανειστές δεν θα υποχωρούσαν καθόλου- ήλπιζαν ότι θα ερχόταν η ώρα της ρήξης.

Από τον Απρίλιο και μετά -καθώς τα χρονικά περιθώρια στένευαν και οι κόκκινες γραμμές ξεθώριαζαν, όλοι είχαν πειστεί ότι ο Τσίπρας θα υπέγραφε μνημόνιο. Έφτασε μάλιστα να παρουσιάσει σχέδιο 47 σελίδων με μέτρα που έφεραν την υπογραφή του, προκαλώντας έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Εκείνες τις μέρες πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στενοί του συνεργάτες, όχι μόνο προεξοφλούσαν τη συμφωνία, αλλά απεύθυναν και απειλές προς όποιον δεν «συμμορφωνόταν», επικαλούμενοι την κομματική πειθαρχία.
Ο πρωθυπουργός έδειξε υπερβολικά καλή πίστη στους δανειστές. Έφτασε μάλιστα να αδειάσει όλα τα αποθεματικά από τα δημόσια ταμεία για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, κατόπιν υποδείξεών τους. Μόνο κατά τη δική του θητεία ξόδεψε περίπου 8 δισεκατομμύρια για αυτό, όταν εκείνοι όλο αυτό το διάστημα δεν εκταμίευσαν ούτε ένα ευρώ.

Η στρατηγική τους ήταν ολοφάνερη. Τον έφεραν με μαεστρία μέχρι την περασμένη Παρασκευή, αφήνοντας του περιθώριο μόνο 48 ωρών, πριν ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα, προκειμένου είτε να ψηφίσει στη Βουλή, είτε να περάσει με ΠΝΠ την επώδυνη συμφωνία. Αλλιώς, χωρίς νέα συμφωνία, θα βρισκόταν μπροστά στον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης, αφού η παράταση έληγε στις 30 Ιουνίου.
Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την τελευταία πράξη, ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε την τελευταία στιγμή την παγίδα που του είχαν στήσει και ότι μαζί με τη συμφωνία ήταν πιθανό ότι θα υπέγραφε και το πολιτικό του τέλος. Αν δεν έκανε τη συμφωνία, οι δανειστές θα σταματούσαν τον ELA, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να πάει σε κάπιταλ κοντρόλ και να κλείσει τις τράπεζες, με ότι αυτό θα σήμαινε για τη συνέχεια. Αν την έκανε, κινδύνευε να τελειώσει πολιτικά, με ορατό τον κίνδυνο της διάσπασης του κόμματος, καθώς η συμφωνία αυτή δεν θα περνούσε.
Έτσι επέλεξε ως διέξοδο το δημοψήφισμα, ως μοναδική οδό σωτηρίας της κυβέρνησης του, που θα διατηρούσε την ενότητα του κόμματος και θα πετούσε τη μπάλα στους πολίτες. Αν οι πολίτες ψήφιζαν ναι στα επώδυνα μέτρα, η ευθύνη θα ήταν του λαού. Αν οι πολίτες ψήφιζαν όχι στα επώδυνα μέτρα, θα αναλάμβαναν τις ευθύνες για αυτό που θα ακολουθούσε.
Η πρόταση των δανειστών, στην οποία κατέληξαν μετά από πέντε μήνες διαπραγμάτευσης , είναι μία πρόταση με αντιαναπτυξιακά μέτρα και άγρια φορολόγηση, που θίγει όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Κανείς στην Ελλάδα, ούτε καν οι επιχειρηματίες, δεν είναι δυνατόν να επιθυμούν την έγκρισή της, πόσο δε τα φτωχότερα στρώματα που έχουν σηκώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος από όσο μπορούσαν να σηκώσουν ως τώρα.
Η υπερψήφιση του ΝΑΙ λοιπόν σε αυτό το ναρκοθετημένο δημοψήφισμα οδηγεί ξεκάθαρα στη συνέχιση της λιτότητας, αλλά και στη λαϊκή νομιμοποίηση της και αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο για τους δανειστές. Η υπερψήφιση του ΟΧΙ ωστόσο, οδηγεί στο άγνωστο, καθώς η κυβέρνηση αρνείται να αποκαλύψει το παραμικρό για το πού θα οδηγηθεί η χώρα την επόμενη μέρα και αυτή δεν είναι μία πολιτικά έντιμη στάση.
Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει να επιδείξει κανένα αποτέλεσμα σε κάποιον από τους βασικούς στόχους της (ακύρωση του μνημονίου, τέλος της διαπλοκής, κυνήγι της φοροδιαφυγής, φορολόγηση των πλουσίων κτλ) ούτε σε κάποια από τις προβλέψεις της έχει πέσει μέσα (οι δανειστές θα υποχωρήσουν, οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν, θα βρεθούν χρήματα από τρίτες χώρες, οι τράπεζες δεν θα κλείσουν κτλ) δεν εμπνέει πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη.
Στελέχη της κυβέρνησης διαβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες την Τρίτη θα λειτουργήσουν κανονικά, ενώ γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα πάρει πολύ καιρό να συμβεί. Διαβεβαιώνουν δημοσίως ότι σύντομα θα αποκατασταθεί η ρευστότητα, ενώ ξέρουν ότι αυτό μπορεί πλέον να γίνει μόνο, είτε αν τα βρουν με τους δανειστές, είτε εάν τυπώσουν εθνικό νόμισμα, πράγμα που πάλι δεν γίνεται τώρα, αφού καμία σχετική προετοιμασία δεν έχει γίνει και τα λεφτά που υπάρχουν τελειώνουν.
Αρνούνται κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα να βγούμε εκτός ευρωζώνης ή να τεθούμε σε κάποιο ειδικό καθεστώς, όταν δεν υπάρχει κανείς στον πλανήτη που να μην υποστηρίζει ότι η πιθανότητα αυτή είναι υπαρκτή. Ακόμα και ο αμερικανός νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, που στηρίζει την κυβέρνηση στο ΟΧΙ, δηλώνει καθαρά ότι όχι μόνο είναι πιθανή η έξοδος , αλλά και ότι ένα μέρος της δουλειάς για αυτό έχει ήδη γίνει με το κάπιταλ κοντρόλ.

Το πρόβλημα με το θέμα της εξόδου από την Ευρωζώνη είναι ότι για να είχε πιθανότητες επιτυχίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ο έγκαιρος και πολύ καλός σχεδιασμός της. Χρειαζόταν δηλαδή ένα πολύ σοβαρό και επεξεργασμένο σε κάθε του λεπτομέρεια σχέδιο, που θα είχε προετοιμάσει τα πάντα. Και φυσικά μία πολύ ικανή και έμπειρη κυβερνητική ομάδα για να το υλοποιήσει, καθώς και τη λαϊκή έγκριση, αφού θα χρειαζόταν οπωσδήποτε την υποστήριξη του λαού.
Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά και δεν μπορεί κανένας υπεύθυνος πολιτικός να αγνοήσει ότι στις σημερινές συνθήκες είναι ορατό το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε συνθήκες χάους, που θα ευνοούσαν αποκλειστικά και μόνο τα κοράκια και τους κερδοσκόπους. Και αν κάποιοι ενοχλούνται με την αυτονόητη επισήμανση, θα έπρεπε αντί για αυτό να φροντίσουν να μην συμβεί και να αντιληφθούν ότι η αριστερά έχει ηθική υποχρέωση να είναι και πολιτικά έντιμη και ειλικρινής απέναντι στο λαό.
Καλείται λοιπόν ο λαός να αποφασίσει τι; Και για ποια ρήξη μιλάμε όταν ο πρωθυπουργός έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα μνημόνιο 47 σελίδων και σε μία παραλλαγή του σχεδίου Γιούνκερ με μικρές διαφορές; Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αμέσως μετά από ένα ΟΧΙ θα επιδιώξει άμεσα μια συμφωνία; Δηλαδή γιατί ακριβώς θα ψηφίσουμε; Αν θέλουμε να έχει 5 ή 6 καζάνια η «κόλαση»; Και η νέα συμφωνία που θα υπογράψει ο Τσίπρας από πού θα αντλήσει λαϊκή νομιμοποίηση, αν δεν έχει σημαντικές διαφορές από αυτήν που θα καταψηφιστεί; Θα τη φέρει κι αυτή σε δημοψήφισμα;
Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Γιατί την ίδια ώρα που η κυβέρνηση μας καλεί να καταψηφίσουμε την πρόταση των δανειστών, μας λέει ότι θα επιδιώξει αμέσως μία άλλη που δεν θα διαφέρει και τόσο, ενώ οι δανειστές έχουν περίπου προεξοφλήσει ότι δεν θεωρούν κάτι τέτοιο πιθανό σε περίπτωση που υπερισχύσει το όχι. Και κάπως έτσι οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ θα νομίζουν ότι πάνε σε συμφωνία και οι άλλοι μισοί σε ρήξη και ενδεχομένως σε έξοδο.

Η παράνοια όμως δεν σταματάει εδώ.
Είναι παραπάνω από προφανές ότι αν γινόταν ένα δημοψήφισμα στο οποίο δεν θα κρινόταν τίποτα άλλο, απλώς και μόνο για να ρωτηθούν οι πολίτες της Ελλάδας αν συμφωνούν με τα σκληρά μέτρα των δανειστών (σαν λέμε δηλαδή αν θέλουν να τους μαστιγώσουν) ούτε το 1% δεν θα απαντούσε θετικά. Επειδή όμως αυτή τη στιγμή κανείς δεν προτείνει μία άλλη συγκεκριμένη λύση πριν μίας αβέβαιης προοπτικής που δεν ξέρουν που οδηγεί, πολλοί μπροστά στο φόβο του αγνώστου και διαπιστώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει άλλο σχέδιο (όπως έχει παραδεχθεί) θα προτιμήσουν να ψηφίσουν κι αυτοί ΝΑΙ χωρίς συμφωνούν με τα μέτρα.
Το πεδίο λοιπόν είναι ναρκοθετημένο και το δημοψήφισμα ήρθε πολύ αργά και με άδεια ταμεία, αφού η κυβέρνηση έχει εκ των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό υπονομεύσει τη πιθανότητα μιας ρήξης με προοπτική. Ποιας ρήξης λοιπόν με μισόλογα και με ποιο σχέδιο; Και με ποια πρόβλεψη για να προστατευθούν οι φτωχότεροι και οι πιο αδύναμοι; Τα θύματα της κρίσης και των μνημονίων δεν έχουν ούτε λεφτά στο εξωτερικό, ούτε στα «στρώματα» και στις θυρίδες.

Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας αυτές τις κρίσιμες ώρες είναι τεράστια. Και πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία αυτών των ανθρώπων. Ποιες είναι οι εγγυήσεις για αυτό;
Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, δυστυχώς οι προοπτικές είναι θετικές μόνο για τον Σόιμπλε και στο ναι και στο όχι.
Αν υπερψηφιστεί το ναι, θα είναι από εξαναγκασμό και όχι από ελεύθερη βούληση του λαού και για πρώτη φορά θα έχουμε λαϊκή νομιμοποίηση ενός πολύ σκληρού μνημονίου. Ούτε στα πιο τρελά όνειρά του Σόιμπλε δηλαδή.

Στην περίπτωση που υπερψηφιστεί το όχι, περνάμε στο άγνωστο κι ανοίγει ταυτόχρονα κι ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, χωρίς να χρειαστεί να βάψει τα χέρια του με αίμα ο Σόιμπλε , αναλαμβάνοντας απλά τον εύκολο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Είναι γνωστό ότι αυτές είναι οι δύο επιλογές που εκείνος ήθελε. Ή να φύγουμε από την Ευρωζώνη, στην οποία θεωρεί ότι δημιουργούμε προβλήματα, ή αν μείνουμε, να μείνουμε αποδεχόμενοι τη λιτότητα όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά και ως τιμωρία με τη θέλησή μας.
Οι ρομαντικοί που παραβλέπουν το ναρκοθετημένο πεδίο, πιστεύουν ότι το Όχι μπορεί να ανοίξει το δρόμο της απελευθέρωσης του ελληνικού λαού από τα μνημόνια. Αυτή όμως θα ήταν μια μεγάλη μάχη και όπως όλες οι μάχες θα χρειαζόταν στρατηγική, σχέδιο και ατσαλένιας πυγμής πολιτικά στελέχη που θα αναλάμβαναν να ηγηθούν. Και φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις, όσοι σε ακολουθούν πρέπει να ξέρουν ότι τους πηγαίνεις σε μάχη για να πολεμήσουν και να έχουν συμφωνήσει σε αυτό. Διαφορετικά η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη.
Δεν πιστεύω ότι αξίζουν σε κανένα λαό αυτά που περνάνε οι Έλληνες να τελευταία πέντε χρόνια, τουλάχιστον να σώσουμε ότι σώζεται".

Ο καθένας έχει τη γνώμη του, φυσικά ...
Χωρίς να δεχτείς όλα τα συμπεράσματα, το άρθρο έχει ορισμένες εύστοχες παρατηρήσεις .... 

Ιρλανδία: Ψήφισαν ΝΑΙ και έχουν τριπλάσιο χρέος


του Μ ...
Καταρχήν κανείς δεν επισημαίνει πως όταν ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα της Ιρλανδίας η ΕΚΤ δεν επιχείρησε ένα οικονομικό πραξικόπημα μέσω της διακοπής ρευστότητας. Ίσως το δικαίωμα των ιρλανδών να εκφράσουν την άποψή του σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της δημοκρατίας είναι υψηλότερο από αυτό των Ελλήνων.

Πόσο ρόδινη είναι όμως η κατάσταση στην Ιρλανδία; Αντιγράφουμε από το Εθνος.

«Πρόκειται για τον υποτιθέμενο… «τον πιο καλό τον μαθητή» των μνημονίων και της γερμανικής ευρωλιτότητας, που μας έχουν ζαλίσει τα αυτιά και διαρκώς μας λένε να μοιάσουμε στη χώρα αυτή: είναι η Ιρλανδία! Σχεδόν επτά φορές το ΑΕΠ τους χρωστούν οι «υπέροχοι» Ιρλανδοί! Ούτε τρεις φορές το ΑΕΠ δεν χρωστούν οι Ελληνες, που τους έχουν κάνει οι Γερμανοί «του κλώτσου και του μπάτσου» και μας έχουν ξεφτιλίσει σε όλη την Ευρώπη! Μάλιστα, το 680% του ΑΠΕ τους χρωστούν οι Ιρλανδοί! Τρεις φορές το ΑΕΠ της Ιρλανδίας χρωστάει μόνο ο χρηματοπιστωτικός τομέας της χώρας (291%), ο οποίος φόρτωσε στο κράτος και ένα δημόσιο χρέος ύψους 115% του ΑΕΠ για τη διάσωσή του»!

Επίσης όπως έχει επισημάνει αρκετές φορές ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν η ιρλανδική οικονομία διατήρησε υψηλά επίπεδα ανεργίας (η ανεργία των νέων ξεπρνά το 20%). Ο βασικός λόγος όμως για τον οποίο παρουσιάζει καλύτερη εικόνα από την Ελλάδα είναι ότι ουδέποτε δοκιμάστηκαν τόσο σκληρά μέτρα λιτότητας. Στοιχεία της Κομισιον αποδεικνύουν ότι η μείωση της αγοραστικής δύναμης λόγω της λιτότητας σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία κτλ, κυμάνθηκε από 6-10% ενώ στην Ελλάδα άγγιξε το 35%.

Η πραγματική σύγκριση όμως πρέπει να γίνει με την Ισλανδία που ψήφισε ΟΧΙ και σήμερα απολαμβάνει ορισμένους από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη.

Και μόνο το γράφημα για την πορεία της ανεργίας λέει πολλά.



Screen Shot 2015-06-10 at 12.10.53 PM