Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Και όμως η ρήξη είναι εφικτή!


 του Μ …
Αφήνοντας κατά μέρος τη ρητορική, είναι σαφές ότι την ίδια ώρα που η ελληνική κυβέρνηση καταγγέλλει την αδιαλλαξία των δανειστών, η ίδια επιμένει στις «47 σελίδες», δηλαδή ένα νέο μνημόνιο. Ακόμη χειρότερα, αυτή η γραμμή νομοτελειακά σημαίνει ότι στο τέλος ακόμη και εάν κάνουν υποχωρήσεις οι «Θεσμοί» θα βρεθούμε με κάτι που θα είναι χειρότερο και από τις «47 σελίδες». Και αυτό είναι το καλό ενδεχόμενο. γιατί θα σημαίνει ότι θα «έχουμε συναντηθεί στη μέση του δρόμου». Στο κακό ενδεχόμενο απλώς θα αποδεχτούμε όλες τις προτάσεις των δανειστών.
Στην πραγματικότητα δέσμια του καταστροφικού σχήματος «ούτε ρήξη – ούτε υποταγή» η κυβέρνηση οδηγείται στην ταπείνωση (παρασύροντας στην ήττα μια ολόκληρη κοινωνία) ακόμη και εάν στο μεταξύ παίξει όλη τη χορογραφία της «ρήξης» (διακοπή διαπραγμάτευσης, προσφυγή στις κάλπες, νέα διαπραγμάτευση), ακριβώς γιατί δεν έχει στρατηγική ρήξης.
Γι’ αυτό το λόγο και σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ χρειαζόμαστε να συζητήσουμε ανοιχτά και όχι με όρους «μυστικής διπλωματίας», την αναγκαία «τεχνική της ρήξης». Γιατί μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος ακόμη και τώρα:
• Εφόσον οι «θεσμοί» διαλέγουν το δρόμο της αδιαλλαξίας πρέπει να σταματήσει η διαπραγμάτευση και να σταματήσουν να εξαρτώνται οι εσωτερικές πολιτικές αποφάσεις από τη διαπραγμάτευση. Αυτό σημαίνει ότι επιστρέφουμε στη θέση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις (που σημαίνει καμιά ιδιωτικοποίηση στα λιμάνια, στο Ελληνικό, στα αεροδρόμια, κανένα ξεπούλημα από το ΤΑΙΠΕΔ, κ.λπ.), ότι προχωρά μονομερώς η πλήρης επαναφορά των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των συλλογικών συμβάσεων, ότι εγκαταλείπεται η θέση για πρωτογενή πλεονάσματα και ότι δοκιμάζεται πραγματική φορολογική μεταρρύθμιση (αντί για το φόρτωμα βαρών στις πλάτες των λαϊκών τάξεων μέσω του ΦΠΑ).
• Η παύση πληρωμών στο χρέος πρέπει να γίνει πραγματικότητα και αυτό αφορά και τις δόσεις του ΔΝΤ και τις δόσεις προς την ΕΚΤ. Την ίδια στιγμή η έκδοση εντόκων πρέπει πλέον γίνεται χωρίς αίτημα αδείας από την ΕΚΤ. Ο λογιστικός έλεγχος του χρέους γίνεται πραγματικό όπλο και τα πορίσματα για την κλίμακα που μπορεί να χαρακτηριστεί παράνομο και επαχθές μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν βάση μιας θέσης για διαγραφή του χρέους.
• Ο πολιτικός έλεγχος της κεντρικής τράπεζας αποκτά ξεχωριστή σημασία. Η αποπομπή με πολιτική απόφαση του Στουρνάρα γίνεται πρώτη προτεραιότητα, ώστε να μπορεί να υπάρχει άλλος έλεγχος και δυνατότητα χρήσης όλων των εργαλείων που μπορεί να χρειαστούν (συμπεριλαμβανομένου και της αναγκαίας πλήρους άσκησης ουσιαστικού δημόσιου ελέγχου στις «συστημικές τράπεζες»).
• Ο έλεγχος των κινήσεων κεφαλαίων αλλά και ο περιορισμός των αναλήψεων από τράπεζες οφείλουν να αποτελέσουν άμεσα αναγκαία βήματα, σε πείσμα της ιδεολογικής τρομοκρατίας των συστημικών ΜΜΕ. Την ίδια στιγμή η δυνατότητα για παροχή ρευστότητας με μονομερή έκτακτη απόφαση της ΤτΕ (κατά το πρότυπο της Ιρλανδίας) επίσης είναι ένα αναγκαίο βήμα.
Προφανώς όλα αυτά βάζουν και θέμα ευρώ. Όμως, το το βάζουν μέσα σε μια ακολουθία πρακτικών ρήξης που το καθιστούν αναγκαία συνθήκη αλλά και πείθουν για την αναγκαιότητά του, όχι με όρους ιδεολογικής τοποθέτησης αλλά πρακτικής αναγκαιότητας. Από εκεί και πέρα το ερώτημα μιας πραγματικής παραγωγικής ανασυγκρότησης με όρους εναλλακτικού παραγωγικού υποδείγματος αποκτά άλλη διάσταση και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την αναμονή του επόμενου ΕΣΠΑ (ας θυμηθούμε ότι το προηγούμενο ΕΣΠΑ καθόλου δεν απέτρεψε την καταστροφική ύφεση και την κοινωνική διάλυση).
Θα υπάρξει μια τέτοια κατεύθυνση ρήξης; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος. Για την ακρίβεια είμαι απόλυτα βέβαιος πώς δεν θα υπάρξει όσο η αντικαπιταλιστική Αριστερά μένει απλώς στο να καταγγέλλει με όρους αυτοδικαίωσης και όσο οι αριστερές τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ επίσης απλώς καταγγέλλουν εσωκομματικά. Χρειάζεται και άλλης κλίμακας κινητοποίηση του λαού και πολύ πιο συγκεκριμένη τοποθέτηση για το τι σημαίνει ρήξη. Η κινητοποίηση στις 11 Ιούνη οφείλει να αγκαλιαστεί από όλες τις δυνάμεις, κοινωνικές και πολιτικές που αναφέρονται στην αναγκαιότητα της ρήξης.
Η πίεση των δανειστών σημαίνει ότι εξακολουθούν να βλέπουν την Ελλάδα ως δυνάμει «αδύναμο κρίκο» και γι’ αυτό επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους στην επίτευξη όχι απλώς «αριστερής λιτότητας» αλλά ταπείνωσης. Αυτό σημαίνει ότι αντικειμενικά είμαστε μέσα σε ένα «παράθυρο ευκαιρίας» που δεν πρέπει να κλείσει. Το πώς θα παρέμβουμε στη συγκυρία που ανοίγει το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων θα κρίνει σημαντικά τις εξελίξεις.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Η Ευρώπη εκβιάζει τη ρήξη


του Μ ...
Με τις εκτιμήσεις να διαφέρουν για το πότε θα στεγνώσει από ρευστό η Ελλάδα το μόνο που φαίνεται ότι είναι πλέον επίδικο είναι το είδος της ρήξης τις επόμενες ημέρες. Στο Μαξίμου λιγοστεύουν αυτοί που υποστηρίζουν ότι υπάρχει περίπτωση συμφωνίας αλλά ανάμεσά τους είναι και ο Πρωθυπουργός, που αντιμετώπισε άλλο κλίμα στη Μέρκελ. Αυτά είναι όσα μαθαίνουμε στον απόηχο του Eurogoup.

Η εκτίμηση όσων παρακολούθησαν την προχθεσινή συνάντηση στο παρασκήνιο φαίνεται να συγκλίνει στην εκτίμηση ότι η Γερμανία ωθεί την κατάσταση σε ρήξη. Ο Γιάνης Βαρουφάκης προσήλθε στο Eurogroup έχοντας υψηλές ελπίδες μετά την ανταλλαγή απόψεων Μέρκελ - Τσίπρα αλλά αντί αυτού αντιμετώπισε κάτι παραπάνω από εχθρικό κλίμα: βρέθηκε σε μια συζήτηση όπου οι υπόλοιποι υπουργοί οικονομικών συζητούσαν για την επόμενη ημέρα της ευρωζώνης μετά το Grexit. Ο Σόιμπλε και ο Σλοβένος ΥΠΟΙΚ ζήτησαν από την Ελλάδα όχι απλά το mail Χαρδούβελη αλλά επιπλέον μέτρα και ο Βαρουφάκης εξερράγη. Μάλιστα σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους ήταν η πρώτη φορά που ο υπουργός Οικονομικών μίλησε σε αυτό τον τόνο και χαρακτήρισε τους συναδέλφους του «αντιευρωπαϊστές».
Κοκκίνησαν οι γραμμές

Στους κύκλους της κυβέρνησης χθες το βράδυ υπήρξε η αίσθηση ότι «φτάσαμε στα όριά μας» και ότι από εδώ και πέρα δεν υπάρχει χώρος για κανένα άλλο βήμα και ότι αν φτάσουμε σε ρήξη ο μοναδικός υπεύθυνος θα είναι η Γερμανία. Σε δημόσιες δηλώσεις τους οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι χθες ξεκαθάρισαν ότι η Ελλάδα διένυσε όλη την απόσταση που της επέτρεπε η νωπή εκλογική εντολή και ότι στο εξής μόνο μια νέα προσφυγή σε κάλπες (εκλογών ή δημοψηφίσματος) θα μπορούσε να αλλάξει τις κόκκινες γραμμές.  

Μιλώντας με Γερμανούς συναδέλφους με καλές πηγές μαθαίνουμε ότι η εκτίμηση της Ευρώπης είναι ότι η χώρα μας δεν έχει χρήματα ούτε μέχρι τις 11 Μαΐου, παρά τα όσα διαμηνύει η ελληνική κυβέρνηση, και ότι η κρίσιμη ημερομηνία θα έρθει αυτή την εβδομάδα. Επισημαίνουν δε ότι για αυτό το λόγο ο Τσίπρας επέμεινε σε έκτακτο Eurogroup την Πέμπτη ελπίζοντας ότι μια συμφωνία θα έδινε το εμφατικό μήνυμα στην ΕΚΤ για απελευθέρωση της ρευστότητας με την άμεση επιστροφή του 1,9 δις ευρώ από τα κέρδη που αποκόμισε από την διακράτηση των ελληνικών ομολόγων.
Δεν το περίμενε το Μαξίμου

Το εχθρικό κλίμα που αντιμετώπισε ο Γιάνης Βαρουφάκης στη Ρίγα της Λετονίας προκάλεσε έκπληξη στους συνεργάτες του στο Μαξίμου. Η συνομιλία της Μέρκελ με τον Τσίπρα και οι δηλώσεις της Γερμανίδας Καγγελαρίου περί ανάγκης για εξεύρεση ρευστότητας στην Ελλάδα είχαν κάνει τα μέλη της Ελληνικής αποστολής να ελπίζουν σε μια εποικοδομητική συνάντηση. Άνθρωποι του υπουργού πριν την έναρξη των διαβουλεύσεων μου έλεγαν ότι σχεδόν υπάρχει συμφωνία και ότι είχε αποφασιστεί να γίνουν οι απαραίτητες υποχωρήσεις προκειμένου να βρεθεί η χρυσή τομή. Παρόλ'αυτά, όταν έκλεισαν οι πόρτες όλα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των FT και του Bloomberg (μέσα τα οποία ωστόσο έχουν γενικά μονόπλευρη ενημέρωση) οι υπουργοί οικονομικών της Ευρώπης επιτέθηκαν με βαρείς χαρακτηρισμούς στον Βαρουφάκη αποκαλώντας τον μεταξύ άλλων «τζογαδόρο» και «επικίνδυνο». Σε αυτές τις επιθέσεις φαίνεται ότι ο Βαρουφάκης αντέταξε ότι η κυβέρνηση προσερχόταν «χωρίς δογματισμούς» αλλά (σύμφωνα με ελληνικές διαρροές) εξερράγη όταν ο Ντάισεμπλουμ απαίτησε αναβάθμιση της δυνατότητας ελέγχου των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα, που ισοδυναμούσε με πλήρη επαναφορά της Τρόικας όπως ακριβώς λειτουργούσε πριν την 20η Φεβρουαρίου.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης αντιμετώπισε το πικρό αποτέλεσμα της «δημιουργικής ασάφειας» της συμφωνίας του Φεβρουαρίου, που όπως είχαμε προειδοποιήσει από τότε φυσικά και λειτούργησε υπέρ του ισχυρού, όπως συμβαίνει πάντα δηλαδή σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος χθες μίλησε για λάθος απειρίας και παραδέχτηκε ότι η Ελλάδα έπρεπε να εξασφαλίσει τη ρευστότητα με συγκεκριμένες ημερομηνίες σε συγκεκριμένα στάδια της διαπραγμάτευσης. Η παραδοχή Τσακαλώτου ενισχύει πάντως όσους ισχυρίζονταν τις πρώτες ημέρες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φαινόταν απροετοίμαστος για την κρίσιμη διαπραγμάτευση.
Το είδος της ρήξης

Με τα αποθεματικά της γενικής κυβέρνησης να τελειώνουν και τους ξένους ανταποκριτές να μιλάνε για λιγότερα διαθέσιμα ακόμα και από αυτά που ανακοινώνει ο Δημήτρης Μάρδας ερωτηματικό παραμένει ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση επιμένει ότι έχουν ήδη καλυφθεί οι ανάγκες για τις πρώτες ημέρες του Μαΐου και μένει να βρεθούν τα χρήματα για τη δόση του ΔΝΤ στα μέσα του ίδιου μήνα, καθώς και τα ανελαστικά έξοδα της γενικής κυβέρνησης πριν την 1η Ιουνίου. Θυμίζουμε ότι η δόση προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι 750 εκατομμυρίων ευρώ στα μέσα Μαΐου.

Αυτό που έχει όμως ακόμα μεγαλύτερη σημασία από την χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα είναι η ίδια η ρευστότητα στην αγορά, αφού το σκηνικό ρήξης στο Eurogroup προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, για το κατά πόσο η ΕΚΤ θα δώσει τις επόμενες ημέρες ακόμα και την ρευστότητα με το σταγονόμετρο στην οποία μας έχει συνηθίσει τους τελευταίους μήνες.

Σε κάθε περίπτωση οι επόμενες ημέρες φαίνονται να είναι ιδιαίτερα κρίσιμες και η αύξηση των δηλώσεων περί πιθανότητας δημοψηφίσματος ή ακόμα και εκλογών περιγράφει την κλιμάκωση της διαφωνίας μεταξύ Ευρώπης και Ελλάδας.

Στην περίπτωση που η ΕΚΤ επιλέξει το κλείσιμο της στρόφιγγας θα ήταν λογικό να περιμένουμε την επιβολή περιορισμού στη ροή κεφαλαίων και αναλήψεων ενώ το κούρεμα των καταθέσεων φαίνεται να απομακρύνεται ως σενάριο, αφού όπως λένε και οι αρμόδιοι, «δεν υπάρχει πια κρέας» προκειμένου ένα τέτοιο μέτρο να απέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η Ευρώπη δεν έχει κάποιο τεχνικό μοντέλο εξόδου από την ευρωζώνη και θα εξαρτηθεί από την απόφαση των Ελλήνων για το πώς θα ήθελαν να προχωρήσουν, ωστόσο οι κοινωνικές ζυμώσεις σε αυτή την περίπτωση θα ήταν πιθανά δραματικές.

Μέχρι σήμερα πάντως έχουν διαψευσθεί με τη σειρά σχεδόν όλοι οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης. Τώρα, λίγο πριν την κρίσιμη ημερομηνία και ενώ η Ευρώπη αρχίζει ανοιχτά να συζητάει ένα «σχέδιο Β» φαίνεται ότι έρχεται η ώρα να συζητήσουμε και εμείς ανοιχτά για το αν η Γερμανία είναι η Ευρώπη, αν υπάρχει στα αλήθεια οποιαδήποτε διάθεση από την πλευρά της να βρεθεί κάποια λύση και ποια θα είναι η δική μας απάντηση στην περίπτωση που απάντηση στην προηγούμενη είναι «όχι».

Και ο χρόνος δεν φαίνεται να είναι αρκετός.