Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Σαν σήμερα έφυγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης


            του  M ...
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές και δοκιμιογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. «Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή», έλεγε ο ίδιος.

http://www.thepressproject.gr/photos/620x360/anagnostakis1435048408.jpg
Σαν σήμερα πριν 10 χρόνια έφυγε από τη ζωή ο Έλληνας ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου  του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944)  και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές».  Σημείωσε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα.
 
Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).
 
Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.
 
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
 
Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το Μιλώ, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.
 
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.
 
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές και δοκιμιογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. «Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή», έλεγε ο ίδιος. 
«Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί.

Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουμε αυτό το πράγμα εύκολα. Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί “ποίησης της ήττας' και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει». Μανόλης Αναγνωστάκης

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου του 1925. Εκεί σπούδασε Ιατρική ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Την διετία 1943-1944 διατέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ξεκίνημα», του εκπολιτιστικού ομίλου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν τα πρώτα του γραπτά στο περιοδικό «ΠειραΪκά Γράμματα». Σημείωσε έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, κάτι για το οποίο φυλακίστηκε το 1948.

Το επόμενο έτος καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1951, απελευθερώθηκε με την γενική αμνηστία. Τα χρόνια 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και στη συνέχεια, στη Θεσσαλονίκη, άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου. Την περίοδο 1959 - 1961 εξέδωσε το περιοδικό Κριτική ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουνίου του 2005, στην Αθήνα. «Ο Αναγνωστάκης υπήρξε φίλος μου από το ‘50 μέχρι που πέθανε. Είχαμε συνδεθεί πριν το ‘50 και όταν φυλακίστηκε είχα τολμήσει να αλληλογραφώ μαζί του. Από τότε η αλληλογραφία μας συνεχίστηκε και όταν αποφυλακίστηκε και αργότερα όταν έβγαλα το περιοδικό «Διαγώνιος» δημοσίευσα μελέτη για το έργο του. Τότε πολλοί δεν τον ήξεραν ή δεν τον χώνευαν επειδή δεν ήταν ορθόδοξος κομμουνιστής. Καθιερώθηκε όμως στη γενική εκτίμηση ως ο μοναδικός αριστερός ποιητής ο οποίος δεν αναμασούσε τα άρθρα του «Ριζοσπάστη». Αξίζει όχι μόνο γιατί είχε μεγάλο ταλέντο αλλά και τα μάτια του ανοιχτά ώστε να μην αναμασά κομματικές ρετσέτες που είχαν υποδείξει οι κομματικοί του φίλοι», είπε για τον Αναγνωστάκη ο φίλος του και επίσης ποιητής, Ντίνος Χριστιανόπουλος Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.

Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

«Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε. Το θέμα είναι να μην ξαναγράψουμε μια ιστορία πάλι με αποσιωπήσεις», Μανώλης Αναγνωστάκης.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Federico Garcia Lorca: το στερνό στην Cordova ταξίδι..

του Μ…

  Σαν χθες, στις 5 Ιουνίου 1898, γεννήθηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο οποίος γνωστοποίησε μια διαφορετική Ισπανία, εκείνη της αντίστασης και του αγώνα. Εραστής της ποίησης, του θεάτρου και της μουσικής, ταξίδευε, για την Κόρδοβα, τον τόπο της ελεύθερης χώρας του. Πάνω στο μαύρο άλογο του, εμπνευσμένος από περιθωριακές μορφές, κυρίως τις τσιγγάνες (τα ουσιωδέστερα στοιχεία της ανδαλουσιανής ψυχής), εμπρός για μια μαχόμενη, δημοκρατική Ισπανία γράφοντας το No Pasaran.

    Γιος μιας προνομιούχας και μορφωμένης οικογένειας του Φουέντε Βακέρος της Ανδαλουσίας, γρήγορα απέκτησε συνείδηση της κοινωνικής του θέσης, συνειδητοποιώντας ότι υπήρχε και μια άλλη ζωή - εκείνη των πολλών - βουτηγμένη στον πόνο και τη φτώχεια. Όλες οι ανδαλουσιανές «φιγούρες», όλα τα πρόσωπα του χωριού και το δράμα τους πήραν αργότερα θέση στα έργα του.

  Το Φεβρουάριο του 1915 παρά την επιθυμία του να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη μουσική, γράφτηκε ταυτόχρονα στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της Γρανάδα. Εκεί συνδέθηκε με μια ομάδα νέων διανοουμένων που αργότερα θα δόξαζαν τη Γρανάδα και την Ισπανία στην Τέχνη και το Πνεύμα.

  Ο Λόρκα αρχίζει να γράφει, και από τα πρώτα του έργα φαίνεται η απέχθειά του προς την Καθολική Εκκλησία και το μιλιταρισμό. Η συμμαχία «σταυρού και ξίφους» τον τρόμαζε.

  Στα 1929 ο ποιητής βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, όπου για πρώτη φορά θα προσεγγίσει, από μαρξιστική σκοπιά, τον ανθρώπινο πόνο που τον αντίκρισε σε αφάνταστη κλίμακα στην κατάσταση των έγχρωμων πολιτών των ΗΠΑ.

  Το 1931 επέστρεψε στη δημοκρατική - πλέον - Ισπανία και έδωσε τη μάχη για την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, περιοδεύοντας με τον θίασο «Μπαράκα» σε όλη τη χώρα. Το Δεκέμβρη του 1934, το ανέβασμα της «Γέρμα» προκάλεσε την αντίδραση της δεξιάς. Στο θέατρο, ομάδες φασιστών προκάλεσαν φραστικά επεισόδια, ενώ ο ποιητής μπήκε στο στόχαστρο της αντίδρασης.

  Στις 18 Ιουλίου 1936 με επικεφαλής τον στρατηγό Φράνκο έγινε πραξικόπημα κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, που είχε εκλεγεί το Φλεβάρη της ίδιας χρονιάς. Γύρω από το φασιστικό πρόγραμμα του Φράνκο συσπειρώθηκαν οι γαιοκτήμονες, ο στρατός, οι βιομήχανοι και η καθολική Εκκλησία.

  Το καλοκαίρι του 1936, ο Λόρκα σχεδίασε να πάει στη Γρανάδα να δει τους γονείς του. Όταν κατάλαβε τον κίνδυνο, ήταν πια αργά. Οι φασίστες απήγαγαν τον ενοχλητικό, αντικαθεστωτικό Λόρκα και τον δολοφόνησαν, πυροβολώντας τον πισώπλατα, στις 19 Αυγούστου. Άφησε την τελευταία του πνοή κοντά σε μια πηγή που οι Ισπανοί την ονόμαζαν Φουέντε Γκράντε, (Μεγάλη Πηγή) και οι Αραβες Αϊναδαμάρ (Πηγή των Δακρύων).

  Αυτός είναι ο φόρος τιμής που του απέμεινε ο δικός μας ποιητής Νίκος Καββαδίας:  Federico Garcia Lorca


Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.





Το ποίημα ωστόσο αποτελεί μια ρεαλιστική απεικόνιση της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών, έγκλειστων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, από τους Γερμανούς (1/5/1944), της ομαδικής σφαγής των κατοίκων του Διστόμου Βοιωτίας απ' τους ναζιστές και ταγματασφαλίτες (10/6/1944).


“Ρομάντσα της ισπανικής πολιτοφυλακής”

Μαύρα τ’ άλογά τους είναι./Και τα πέταλά τους μαύρα./Πάνω στις κάπες τους γυαλίζουν/κεριού και  μελανιού  λεκέδες.[ ] Μα η Χωροφυλακή/ προχωράει σπέρνοντας φλόγες,/όπου πια γυμνή και νέα καίγεται η φαντασία./Η Ρόσα δε  λος  Καμπόριος,/κλαίει  στην πόρτα καθισμένη/ με τα  δυο  στήθη  κομμένα/και  βαλμένα σ’ ένα δίσκο./Κι άλλα τρέχανε κορίτσια/να τ’ακολουθάν χωρίστρες/σ’ έναν αέρα όπου σκάγαν/ρόδα από  μπαρούτι  μαύρο..

Η  εμμονή  του  θανάτου  συναντά τις εμμονές  της  πραγματικότητας
ή
“ δολοφονημένος  απ’  τον  ουρανό ”

Δολοφονημένος απ’ τον ουρανό.
Ανάμεσα  στα  οχήματα  που  παν ως  το  ερπετό
και  στα  σχήματα  που  ψάχνουνε το  κρύσταλλο,
θ’ αφήσω  να  μακρύνουν  τα  μαλλιά  μου.
Με  το  κουτσουρεμένο  δέντρο  που δεν  τραγουδά
και το  παιδί  με  το  λευκό  από  αυγό  πρόσωπο.
Με  τα ζωάκια που  έχουνε  σπασμένο  το  κεφάλι
και  το  νερό κουρελιασμένο  απ’  τα  ξερά τα  πόδια.
Με  όλα  εκείνα που  έχουνε  μια  κούραση  κωφάλαλη
και  μια  πνιγμένη  πεταλούδα  μες  στο  μελανοδοχείο.
Σκοντάφτοντας
στο  διαφορετικό  μου  πρόσωπο της κάθε  μέρας

Δολοφονημένος  απ’  τον  ουρανό!




Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Berthold Brecht: Ο ταγμένος στο ανθρωπιστικό και διδακτικό θέατρο ξαναδιαβάζεται. Η παρακαταθήκη των ποιημάτων του πιο σύγχρονη από ποτέ.

Του Μ…

Ο Brecht Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ποιητής. Δημιουργός του λεγόμενου “επικού θεάτρου”  κοινωνικής καταγγελίας. Γεννήθηκε στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στο Ανατολικό Βερολίνο. Καταγόταν από εύπορη αστική και συντηρητική οικογένεια.

Ο ίδιος έχει γράψει για την καταγωγή του:

"Μεγάλωσα σαν γιος καλοστεκούμενων
ανθρώπων. Οι γονείς μου μού φορούσαν
γιακά, μ' έμαθαν τις συνήθειες εκείνων
που έχουν υπηρέτες και με δίδαξαν
πώς να διατάζω.
Αλλά, όταν μεγάλωσα
και είδα γύρω μου, οι άνθρωποι της
τάξης μου δεν μ' άρεσαν, το να διατάζω
δεν ήταν του γούστου μου, ούτε και το
να με υπηρετούν. Γι' αυτό εγκατέλειψα
την τάξη μου και συντρόφεψα με τους
μικρούς, φτωχούς ανθρώπους".

  O Μπρεχτ σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917-1921) και επιστρατεύτηκε ως νοσοκόμος στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο και από το 1922 άρχισε να ασχολείται με το θέατρο, δουλεύοντας ως βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Γερμανού σκηνοθέτη Ράινχαρτ.

 Τη δεκαετία του 1920 καθιερώθηκε ως θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης κυρίως με δύο μουσικά θεατρικά έργα κοινωνικής καταγγελίας: H ακμή και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι (1927) και Η Όπερα της πεντάρας (1928). Όταν Η Όπερα της Πεντάρας ανέβηκε στη σκηνή στο Βερολίνο το 1928, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Στο έργο αυτό ο Μπρεχτ ασκεί κριτική στην “καθώς πρέπει” διεφθαρμένη αστική τάξη του Βερολίνου. 

 Το 1933, εξαιτίας της ανόδου του Ναζισμού, ο Μπρεχτ αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί από τη Γερμανία. Στην αρχή κατέφυγε στη Δανία και τη Φινλανδία, πέρασε επίσης από το Παρίσι και στο τέλος εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Το 1948 επέστρεψε στη Γερμανία και έζησε έως το τέλος της ζωής του στο Ανατολικό Βερολίνο.


 Ενώ στη Γερμανία μεσουρανεί το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ, ο αυτοεξόριστος Μπρεχτ γράφει το βιβλίο Τρόμος και Αθλιότητα του Γ Ράιχ που περιλαμβάνει εικοσιτέσσερα μονόπρακτα  στα οποία παρουσιάζονται σκηνές από την καθημερινότητα της Ναζιστικής Γερμανίας. Μερικές απ' αυτές τις σκηνές ανεβάστηκαν για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1937, με σκηνοθεσία του ίδιου. Όταν ο Μπρεχτ έγραφε αυτά τα μονόπρακτα, δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί όλη η φρίκη της φασιστικής εξουσίας. 'Ήταν όμως αισθητή στη βαριά ατμόσφαιρα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, στην προετοιμασία της τρομοκρατίας με την κατασκευασμένη εκ των άνω διαστροφή της γλώσσας, με την καταπίεση, τη δυσπιστία και την υποκρισία, που κάποτε στάθηκαν πιο καταλυτικές κι από την ίδια την ωμή τρομοκρατία. Ο Μπρεχτ μας δείχνει σ' αυτές τις σκηνές, με διαύγεια που φτάνει ως τη φρίκη, πως «πολύ πριν φανούν από πάνω μας τα βομβαρδιστικά», οι γερμανικές πόλεις δεν ήταν κατοικήσιμες.

    Άλλα έργα του Μπρεχτ είναι: H ζωή του Γαλιλαίου (1937), H Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της (1939), Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν (1939), Ο κύριος Πούντιλα κι ο δούλος του ο Μάττι (1940), Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία (1944) και άλλα.


Να και οι προδότες.
Έχουν σκάψει

Μα ο δρόμος δεν θα τους ξεχάσει

Τον λάκκο του αδερφού και του γειτόνου

Ξέρουν πως οι άλλοι τους γνωρίζουν

Τον ύπνο τους δεν τον ορίζουν

Δεν ήρθε ακόμα το πλήρωμα του χρόνου.

Να κι οι δεσμοφύλακες.

Χαφιέδες χωροφύλακες

Υπηρέτες του λαού της Γερμανίας

Καταπιέζουν, μαστιγώνουν,

Βασανίζουν, παλουκώνουν

Όλα σε τιμή ευκαιρίας.
…
 Τρόμος και Αθλιότητα του Γ Ράιχ (απόσπασμα)


Συλλογή ποιημάτων, επίκαιρη στο 2014


AΛΛAΞE TON KOΣMO: TO ΕXEI ANAΓKH

Mε ποιον δε θα καθόταν ο Δίκαιος
αν ήτανε να βοηθήσει έτσι το Δίκιο;
Ποιο γιατρικό θα ‘ταν πολύ πικρό
για τον ετοιμοθάνατο;
Tι βρωμιά δε θα ‘κανες τη βρωμιά για να τσακίσεις;
Aν επιτέλους μπορούσες τον κόσμο ν’ αλλάξεις, δεν θα
καταδεχόσουν να το κάνεις;

Ποιος είσαι;
Bυθίσου στο βούρκο αγκάλιασε το φονιά, όμως
άλλαξε τον κόσμο: το ‘χει ανάγκη.

Xρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
Oργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Kατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Mονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.

(Aπό το θεατρικό έργο «H Απόφαση»  -Die Maßnahme -, 1930).

Εγκώμιο στη μάθηση

 Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε
ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!
Μάθαινε, εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι
μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
εσύ Θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι
Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε
μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.
Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
Η μάθηση θα 'τανε υποχρέωσή σου.

Αλλαγή του τροχού

Κάθομαι στην άκρη του δρόμου.
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δε μου ΄δωσε χαρά ο τόπος πού έμενα.
Δε μου δίνει χαρά ο τόπος πού πάω.
Τότε γιατί κοιτάω την αλλαγή του τροχού
μ΄ αδημονία;


Εγώ που επέζησα

Το ξέρω βέβαια : τυχαία μονάχα
επέζησα απ΄ όλους τους φίλους.
Μα απόψε στ΄ όνειρό μου
άκουσα τους φίλους να λένε για μένα :
Οι δυνατοί επιζούν
Και μίσησα τον εαυτό μου.
...
Σε σκοτεινές εποχές
θα υπάρχουν ακόμα τραγούδια;
Θα υπάρχουν ακόμα τραγούδια
για τις σκοτεινές εποχές
...

Πάντα λοιπόν
ο νικητής του νικημένου γράφει την ιστορία,
το πρόσωπο του χτυπημένου παραλλάζει,
εκείνος που τον χτύπησε. Απ᾽ τον κόσμο
φεύγει ο αδύναμος, και πίσω μένει
το ψέμα.
...


Φιλοπατρία, το μίσος για τις πατρίδες

Ο κύριος Κ. δεν είχε ανάγκη να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. “Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε”, έλεγε. Μια μέρα όμως, πέρασε από μια μεγάλη πόλη κατακτημένη από τον εχθρό του τόπου όπου ζούσε. Εκεί, τον σταμάτησε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κύριος Κ. κατέβηκε, και τότε συνειδητοποίησε πως είχε οργιστεί με τον άνθρωπο εκείνο, και μάλιστα όχι μόνο με τον άνθρωπο, αλλά κυρίως με τη χώρα του ανθρώπου, τόσο πολύ, που ευχήθηκε την εξαφάνισή της από προσώπου γης. “Μα πώς έγινα διαμιάς εθνικιστής; ” αναρωτήθηκε ο κύριος Κ. “Φταίει ο εθνικιστής που βρέθηκε μπροστά μου. Να γιατί πρέπει να εκλείψει η ανοησία: γιατί κάνει ανόητο όποιον βρεθεί μπροστά της”.

“ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ”

Εκείνος που μένει στο σπίτι όταν αρχίζει η πάλη

Εκείνος που μένει στο σπίτι όταν αρχίζει η πάλη
κι αφήνει άλλους να αγωνίζονται για τη δική του υπόθεση
αυτός πρέπει να προσέχει: διότι
όποιος δεν μοιράστηκε την πάλη
θα μοιραστεί την ήττα.
Ούτε καν την ήττα αποφεύγει
όποιος θέλει να αποφύγει την πάλη: διότι
παλεύει για την υπόθεση του εχθρού
εκείνος που δεν πάλεψε για τη δική του υπόθεση


Το τραγούδι της απεργίας

Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε
Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι
Τον τόπο για ύπνο που πάνω του πέφτει η βροχή
Και της δουλιάς τη θέση που αύριο θα χάσεις!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:

Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!
Βγες έξω, σύντροφε, αντιμέτωπος με τα όπλα και
Διεκδίκησε το μεροκάματό σου!
Σαν ξέρεις πως δεν έχεις τίποτα να χάσεις
Όπλα αρκετά οι αστυνόμοι τους δεν έχουν!
Μπρος, στο δρόμο έξω! Αγωνίσου!
Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας: Κάνε πράξη
Την αλληλεγγύη!


Χόλυγουντ

Κάθε πρωί για να κερδίσω το ψωμί μου
Στο παζάρι κατεβαίνω πού αγοράζουν τα ψέματα
Όλος ελπίδα
Τη θέση μου παίρνω ανάμεσα στους πουλητές

Ποιήματα του Τρόμος και αθλιότητα του Γ'  Ράιχ

Να οι κύριοι δικαστές
Τους λένε οι καταπιεστές
πώς είναι δίκιο το λαό ό,τι συμφέρει.
Μ' αυτοί δεν ξέρουν ποιό είν' αυτό
κι έτσι δικάζουν στο σωρό
μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι.

Κι όπου πάμε οι μανάδες κινδυνεύουνε, και τα παιδιά.
γιατί ούτε τα δικά μας τα γερμανικά παιδιά δεν τα σώσαμε

Και καταπιέζουμε τους άλλους τους λαούς
καθώς καταπιέσαμε και το δικό μας.



 Εμείς θα θέλαμε να συνοδεύσουμε αυτό το αφιέρωμα με ορισμένους ήχους ...