Μεγάλη πρόκληση
απέναντι σ’ ολόκληρη την ελληνική κοινωνία αποτελεί η
σχεδιαζόμενη αύξηση ως και 95 (!)
στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών.
Οι αυξήσεις αυτές περιλαμβάνονται σε πολυνομοσχέδιο του υπουργείο Εθνικής Οικονομίας το οποίο αφορά
τον εξωδικαστικό μηχανισμό και τις ρύθμισης οφειλών (!)
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι η ρύθμιση αυτή περιλαμβάνεται στο
άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου για τα μέτρα “κατά της ενεργειακής κρίσης και για
τις εισοδηματικές ενισχύσεις προς τις οικογένειες, τους συνταξιούχους και άλλες
ευπαθείς ομάδες,” (!!!)
Αλήθεια, απαιτείται ιδιαίτερο πολιτικό θράσος να προωθούνται
τέτοιου είδους αυξήσεις όταν συστηματικά – τόσο από την κυβέρνηση όσο και από
την δικαστική εξουσία – έχουν απορριφθεί αιτήματα ευπαθών κοινωνικών
ομάδων όπως η επαναφορά της 13ης
και 14ης σύνταξης στους συνταξιούχους, η επαναφορά του 13ου και 14ου
μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, η ουσιαστική αύξηση των μισθών στους εργαζομένους,
η ουσιαστική ενίσχυση των πολυμελών οικογενειών … και τόσων άλλων.
Όταν ο νεοδιοριζόμενος εκπαιδευτικός με το ζόρι ξεπερνά τα …
800 ευρώ και χιλιάδες νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν την εκπαίδευση γιατί δεν
εξασφαλίζουν τους ελάχιστα ανεκτούς όρους και συνθήκες ζωής.
Όταν γιατροί εξαναγκάζονται σε εξαντλητικές συνθήκες
εργασίας και με αμοιβές των 1000 και κάτι ευρώ και μαζικά εγκαταλείπουν ή
αποφεύγουν το ΕΣΥ.
Αλήθεια, επίσης, τι νόημα έχει η γιγαντιαία αυτή αύξηση των αποδοχών σε
ανθρώπους που – όπως λέγεται – πρωτίστως έχουν το χρέος να προσφέρουν
πνευματικό έργο και που, έτσι κι αλλιώς, τα έξοδά τους ως επί το πλείστον
καλύπτονται από τους ίδιους του εκκλησιαστικούς θεσμούς;
Εντάσσεται βέβαια μέσα στις επιλογές της κυβέρνησης να “ικανοποιεί” τις κυρίαρχες ελίτ σε διάφορους μηχανισμούς
και τομείς – ανώτερα κυβερνητικά και κρατικά στελέχη, στελέχη της δικαστικής εξουσίας, ανώτερα
στελέχη των ενόπλων δυνάμεων κλπ – δημιουργώντας ένα πιο ευνοϊκό γι’ αυτήν
πλέγμα εξουσίας.
Οξύνοντας και διευρύνοντας, ωστόσο, τις κοινωνικές αντιθέσεις τόσο γενικά όσο ακόμη
και μέσα σ’ αυτές τις ομάδες, ακόμη και μέσα στον ίδιο τον κλήρο.
Το βασικό ερώτημα βεβαίως παραμένει:
Πώς είναι δυνατόν, όταν διανύουμε το δεύτερο τέταρτο του 21ου
αιώνα, να μην τίθεται από σχεδόν καμία πολιτική δύναμη το ζήτημα του πλήρους
διαχωρισμού Κράτους – Εκκλησίας;
Και συνακόλουθα το ζήτημα της διαχείρισης της εκκλησιαστικής
περιουσίας προς όφελος του λαού;