Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρευνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρευνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Έρευνα: 84% των Ελλήνων θεωρούν τεράστιο πρόβλημα το χάσμα πλουσίων - φτωχών, το 50% απορρίπτει την «ελεύθερη» αγορά

από το Μ…

Απαισιοδοξία για το μέλλον, κατακόρυφη πτώση στην υποστήριξη στο καπιταλιστικό μοντέλο της «ελεύθερης» αγοράς και έντονη ανησυχία για το (διευρυνόμενο από τις κυβερνητικές πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης) χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών εκφράζουν οι ερωτώμενοι από την Ελλάδα στην μεγάλη παγκόσμια έρευνα κοινής γνώμης του «Pew Research Center»

Όπως αναφέρει η έρευνα, η κοινή γνώμη των ανεπτυγμένων οικονομιών, καθώς συνεχίζεται η Μεγάλη Ύφεση (Great Recession), είναι απαισιόδοξη για τις οικονομικές προοπτικές της επόμενης γενιάς. Οι περισσότεροι ερωτώμενοι από τα πλουσιότερα κράτη θεωρούν ότι τα παιδιά στη χώρα τους θα είναι σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από τους γονείς τους. Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες που κατηγοριοποιούνται στις αναδυόμενες (λχ η Ρωσία, η Κίνα, η Τουρκία και η Βενεζουέλα) και αναπτυσσόμενες (λχ η Γκάνα, η Νικαράγουα και η Σενεγάλη) οικονομίες, οι ερωτηθέντες δήλωσαν περισσότερο αισιόδοξοι ότι η επόμενη γενιά θα έχει υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. 


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελούν τα ευρήματα για την ελληνική κοινή γνώμη η οποία στέλνει μήνυμα – κόλαφο για τις πολιτικές λιτότητας και επιρρίπτει στις μνημονιακές κυβερνήσεις την ευθύνη για τη διόγκωση των ανισοτήτων. Οι Έλληνες, σε ποσοστό 84% (μακράν το μεγαλύτερο μαζί με αυτό των κατοίκων του Λιβάνου) θεωρούν το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών «πολύ μεγάλο πρόβλημα». Υψηλά τα ποσοστά και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό Νότο (74% των Ισπανών και 73% των Ιταλών έχουν την ίδια άποψη) που πλήττεται βάναυσα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αναλυτικά τα ποσοστά για τις 44 χώρες** που συμπεριλαμβάνονται στην έρευνα:


Πάνω από τους μισούς Έλληνες (54%) θεωρούν τις κυβερνητικές πολιτικές καθοριστικότερη αιτία για το χάσμα πλουσίων και φτωχών. Η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό και ακολουθεί κατά πόδας η Ισπανία με 52% και η Νότια Κορέα με 46%. Για τους Έλληνες, οι μισθοί των εργαζομένων αλλά και το φορολογικό σύστημα παίζουν (σαφώς μικρότερο) ρόλο στην διόγκωση του ταξικού χάσματος (από 16%). 


Οι ερωτώμενοι από την Ελλάδα συγκαταλέγονται με ποσοστό 65% σε αυτούς που είναι περισσότερο απαισιόδοξοι για το μέλλον της επόμενης γενιάς. Στην ερώτηση αν η επόμενη γενιά θα είναι χειρότερα ή καλύτερα οικονομικά από την προηγούμενη ξεχωρίζει το υψηλό ποσοστό των Γάλλων (86%) που δεν ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον για την επόμενη γενιά. Αναλυτικά οι απαντήσεις που αναδεικνύουν ως κυρίαρχη τάση της απαισιοδοξία μεταξύ των κατοίκων των ανεπτυγμένων οικονομιών, με εξαίρεση το Ισραήλ και τη Νότια Κορέα:


Πέραν της έντονης ανησυχίας για το χάσμα πλουσίων και φτωχών, ενδεικτικό του ρήγματος της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας είναι το πολύ υψηλό ποσοστό των ερωτηθέντων που θεωρούν ότι «η επιτυχία στη ζωή εξαρτάται από δυνάμεις έξω από τον έλεγχό μας» (δηλαδή όχι από τις ατομικές ικανότητες ή τη «σκληρή δουλειά», όπως θα διατεινόταν ένας οπαδός της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας). Στην Ελλάδα, το 62% (έναντι 37%) θεωρεί ότι είναι εξωγενείς του ατόμου οι παράγοντες που καθορίζουν την «επιτυχία στη ζωή», ποσοστό που γίνεται ακόμα μεγαλύτερο σε χώρες με μεγαλύτερες ανισότητες. 


Αξιοσημείωτο είναι και το ποσοστό των Ελλήνων που διαφωνούν με τη θέση ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σε καλύτερη θέση στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, ακόμη κι αν κάποιοι είναι πλούσιοι και κάποιοι φτωχοί. Το ποσοστό των Ελλήνων που αμφισβητούν την «επιτυχία» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου (50%) είναι ανάμεσα στα υψηλότερα μεταξύ των 44 λαών που περιλαμβάνονται στην έρευνα. Μάλιστα, Στην Ελλάδα, η «υποστήριξη στον καπιταλισμό» (support for capitalism) παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα (της τάξης των 20 ποσοστιαίων μονάδων) ανάμεσα στους ανθρώπους μεγαλύτερων εισοδημάτων (που είναι περισσότερο υποστηρικτικοί στο σύστημα της «ελεύθερης» αγοράς) και σε αυτούς των χαμηλότερων εισοδημάτων (που απορρίπτουν το μοντέλο αυτό). Μόνο οι Ισπανοί και οι Ιάπωνες (με 51%) είναι πάνω από τους Έλληνες ενώ από τις αναπτυγμένες χώρες, η Νότια Κορέα, οι ΗΠΑ και η Γερμανία φαίνεται να διατηρούν χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς την «πίστη» τους στην «ελεύθερη» αγορά.




Ως λύσεις για την κάλυψη του κενού μεταξύ πλουσίων και φτωχών προτείνονται στους ερωτώμενους είτε η μείωση των φόρων στους πλούσιους και τις επιχειρήσεις «για να δοθούν κίνητρα για επενδύσεις και οικονομική ανάπτυξη» είτε η αύξηση των φόρων στους πλούσιους και τις επιχειρήσεις «για να στηριχθούν προγράμματα που θα βοηθήσουν τους φτωχούς». Τα αποτελέσματα μοιάζουν κάπως αντιφατικά καθώς σε χώρες - προπύργια του αγγλοσαξονικού μοντέλου προκρίνεται από τους πολίτες η αύξηση της φορολογίας στους πλούσιους (50% στη Μεγάλη Βρετανία, 49% στις ΗΠΑ) ενώ στην Ελλάδα (50%), τη Γαλλία (61%) και την Ιταλία (68%) είναι περισσότεροι αυτοί που τάσσονται υπέρ της μείωσης στη φορολογία. Οι Γερμανοί (61%) και οι Ισπανοί (54%) προτείνουν, σε υψηλότερα ποσοστά από κάθε άλλη ανεπτυγμένη χώρα, την υψηλή φορολογία των πλουσίων ως μέσο για τη μείωση του ταξικού χάσματος. 



Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ερώτημα για την κοινωνική κινητικότητα, όπου οι Έλληνες θεωρούν την εκπαίδευση (31%) το πιο σημαντικό εφόδιο «για να πάει κάποιος μπροστά». Ακολουθούν η «σκληρή δουλειά» (21%), «οι κατάλληλες γνωριμίες» (21%), η «τύχη» (19%), η «πλούσια οικογένεια» (19%), «το να είσαι άντρας» (4%) και η «δωροδοκία» (4%). 




Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Έρευνα ΕΒΕΑ: Αδυνατεί να πληρώσει την εφορία το 55% των πολιτών


του Μ…
Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, σύμφωνα με το «Οικονομικό Βαρόμετρο» του ΕΒΕΑ.

«Είναι προφανές ότι η ελληνική κοινωνία έχει φθάσει στα όρια της αντοχής της, καθώς περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι δεν μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Την ίδια στιγμή οι πολίτες δείχνουν να αμφιβάλλουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία για τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για την ελάφρυνση των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ ταυτόχρονα αμφιβάλλουν για την εφαρμοσιμότητα των μέτρων του οικονομικού προγράμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ωστόσο, όλο και περισσότεροι δείχνουν να ελπίζουν για βελτίωση τόσο στα οικονομικά των νοικοκυριών τους, όσο και γενικότερα στην οικονομία».

Στη δήλωση αυτή προέβη ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ, Κωνσταντίνος Μίχαλος, δίνοντας στη δημοσιότητα σήμερα, τη δεύτερη για το 2014 ποσοτική έρευνα με τίτλο «Οικονομικό Βαρόμετρο», η οποία πραγματοποιείται κατ' εντολή του ΕΒΕΑ από την εταιρία ALCO, ενώ τα ευρήματά της επεξεργάζονται από το Κέντρο Μελετών και Έρευνας του ΕΒΕΑ.

Τα στοιχεία της έρευνας του ΕΒΕΑ

Η έρευνα διεξήχθη μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων σε δείγμα 1.000 ενήλικων ατόμων από όλη την Ελλάδα, το χρονικό διάστημα μεταξύ 16- 18 Σεπτεμβρίου 2014.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, παρουσιάζουν τους συμμετέχοντες επιφυλακτικούς, τόσο σχετικά με το κοινωνικό όφελος των μέτρων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, με μόλις 29% να εκτιμούν ότι θα μειωθούν οι δαπάνες τους, όσο και με το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που παρουσίασε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας, με μόλις 26% των ερωτηθένων να το θεωρούν εφαρμόσιμο.

Επιπλέον, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες, συγκεκριμένα 55%, θεωρούν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις φορολογικές και στις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, γεγονός που αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών. Αναλυτικότερα:
  • Στο πρώτο από τα τρία ερωτήματα που κατά περίπτωση θέτει το ΕΒΕΑ σε κάθε Οικονομικό Βαρόμετρο, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτιμήσουν τη συμβολή των οικονομικών μέτρων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, για τη μείωση των δαπανών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε ποσοστό55% θεωρούν πως τα οικονομικά μέτρα αυτά δεν θα συμβάλουν στη μείωση των δαπανών, ενώ μόλις 29%διατηρούν αντίθετη άποψη. Σημαντικό είναι το ποσοστό αβεβαιότητας ανάμεσα στους συμμετέχοντες, όπου σχεδόν δύο στους δέκα δεν ήταν σε θέση να εκφέρουν γνώμη στο συγκεκριμένο ερώτημα.
Δύο στους δέκα είναι αισιόδοξοι
  • Το δεύτερο ερώτημα κατά περίπτωση, εξετάζει τη δυνατότητα εφαρμογής του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας. Η συντριπτική πλειονότητα των συμμετεχόντων και συγκεκριμένα 59%, θεωρούν ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος, με μόλις 26% να το κρίνουν ως εφαρμόσιμο. Και εδώ το ποσοστό αβεβαιότητας στο 15% είναι αρκετά σημαντικό.
  • Στο τρίτο και τελευταίο κατά περίπτωση ερώτημα του ΕΒΕΑ για το οικονομικό του βαρόμετρο, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτιμήσουν τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους στις ασφαλιστικές και φορολογικές τους υποχρεώσεις. Σημαντικός αριθμός συμμετεχόντων, συγκεκριμένα 55% αυτών, θεωρούν ότι πλέον είναι αδύνατη η εκπλήρωση υποχρεώσεων ασφαλιστικής και φορολογικής φύσεως, ενώ μόλις 41%αυτών εκτιμούν ότι θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτές. Το ποσοστό αβεβαιότητας σε αυτό το ερώτημα διατηρήθηκε σε χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 4% του συνόλου.
  •  
Σε ό,τι αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τα ποσοστά φανερώνουν αισθητή μεταβολή. Περισσότεροι από δύο στους δέκα, και συγκεκριμένα ποσοστό 22% των συμμετεχόντων, δηλώνουν αισιόδοξοι για την μελλοντική εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, σε σύγκριση με το προηγούμενο ποσοστό του 18%. Εντούτοις, το ποσοστό απαισιοδοξίας παρουσίασε σημαντικότερη βελτίωση, μειωμένο από 65% σε 57%, γεγονός που δηλώνει ότι υπάρχει σημαντικά μεγάλη μερίδα των πολιτών που πλέον διατηρούν θετικότερη στάση σχετικά με τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις.
Επιπλέον και εξίσου σημαντική είναι η αύξηση του ποσοστούαβεβαιότητας των συμμετεχόντων, το οποίο κατέληξε στο 21%.

Σε ό,τι αφορά την πορεία των προσωπικών τους οικονομικών, μόλις 20% των συμμετεχόντων δήλωσαν αισιόδοξοι, σημειώνοντας πάραυτα μια βελτίωση 5 ποσοστιαίων μονάδων από τα αποτελέσματα της προηγούμενης έρευνας. Το ποσοστόαπαισιοδοξίας των συμμετεχόντων, όμως, διατηρείται σε αρκετά υψηλά επίπεδα ξεπερνώντας το 60%, γεγονός που πιθανώς να υποδηλώνει τη δυσκολία μεταστροφής του αρνητικού κλίματος, ενώ και το ποσοστό αβεβαιότητας είναι αρκετά υψηλό στο 19%.