Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ινδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015
Πάνω από 1000 νεκροί από τον καύσωνα στην Ινδία
του M ...
Οι νεκροί από το κύμα καύσωνα στην Ινδία ξεπέρασαν τους 1.000 από την προηγούμενη εβδομάδα, με τις θερμοκρασίες να έχουν φθάσει κατά τόπους τους 50 βαθμούς Κελσίου
Οι περισσότεροι θάνατοι έχουν καταγραφεί στα νότια ομόσπονδα κρατίδια Τελανγκάνα και Άντρα Πραντές, όπου τουλάχιστον 1.118 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από την προηγούμενη εβδομάδα.
Τουλάχιστον 24 είναι τα θύματα στη δυτική Βεγγάλη και στην Ορίσα.
Στις προβλέψεις σημειώνεται ότι ο καύσωνας αναμένεται να υποχωρήσει τις επόμενες ημέρες.
Οι ινδικές αρχές συμβουλεύουν τους πολίτες να παραμένουν εντός των σπιτιών τους όσο περισσότερο γίνεται, αποφεύγοντας άσκοπες μετακινήσεις.
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015
«Γίνε εσύ η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο»
του M ...
Σαν σήμερα, 67 χρόνια πριν, δολοφονείται από φανατικό ομόθρησκό του ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα ενάντια στη βία, τις φυλετικές διακρίσεις και την αποικιοκρατία
«Φίλοι και σύντροφοι, το φως έφυγε από τη ζωή μας και υπάρχει σκοτάδι παντού. Δεν ξέρω τι να σας πω, ή πώς να σας το πω. Ο αγαπημένος μας ηγέτης, ο Μπαπού, όπως τον αποκαλούσαμε, ο πατέρας του Έθνους μας, δεν υπάρχει πια. Ίσως να κάνω λάθος που θα το πω αυτό. Πάντως, δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ, όπως τον βλέπαμε τόσα χρόνια, δε θα τρέξουμε σε αυτόν για συμβουλές ή για να βρούμε λύσεις. Αυτό είναι ένα τεράστιο χτύπημα, όχι μόνο για μένα, αλλά και εκατομμύρια και εκατομμύρια σε αυτή τη χώρα»
Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, πρωθυπουργός της Ινδίας
Στις 30 Ιανουαρίου του 1948, ο Ινδός ηγέτης Μαχάτμα Γκάντι δολοφονείται από τον ομόθρησκό του, Ναθουράμ Γκόντσε. Ένα χρόνο πριν, είχε υπογραφεί το σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947), οι Βρετανοί αποχωρούσαν από την Ινδία και δύο νέα κυρίαρχα κράτη ιδρύονταν, εκείνα της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947).
Οι εξελίξεις είχαν προκάλεσαν τότε μεγάλη απογοήτευση στον Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. Στην απόφασή του να αποδεχθεί την ιδέα της διαίρεσης της χώρας του συνέβαλε καθοριστικά η κλιμάκωση της βίας, η οποία θα αποτελούσε μια ανοιχτή πληγή, που σύμφωνα με την πολιτική του φιλοσοφία, ήταν πιθανό να φέρει μεγαλύτερα δεινά στον ινδικό λαό.
Αυτή ακριβώς η κλιμάκωση της βίας, ενός μέσου επίτευξης πολιτικών στόχων του οποίου υπήρξε πάντα πολέμιος, έμελλε να του στοιχίσει την ίδια του τη ζωή.
Ο δολοφόνος του Γκάντι υπήρξε μέλος μιας εξτρεμιστικής ινδουιστικής οργάνωσης που θεωρούσε την πολιτική του Γκάντι ως πολιτική κατευνασμού προς τους μουσουλμάνους της χώρας, υπεύθυνη για τη δημιουργία μουσουλμανικού κράτους σε ινδουιστικό έδαφος, με τη διαίρεση της Ινδίας και τη χορήγηση κονδυλίων στο νεοσύστατο Πακιστάν να κρίνονται γεγονότα προδοτικά.
«Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς»
Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Έμεινε γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής, Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.
Γιος του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον, που λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν έντονα επηρεασμένο από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι. Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι.
Ως έφηβος, έζησε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και έτρωγε ακόμη και κρέας. Μετά το σχολείο, θα φύγει στην Αγγλία για σπουδές, όπου και θα γίνει αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του λόγω χορτοφαγίας. Εκεί θα ξεπεράσει την εσωστρέφειά του και λίγο αργότερα θα γίνει μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Ο Γκάντι θα μελετήσει εκεί ποικίλα θρησκευτικά έργα και πραγματείες, μεταξύ των οποίων και η Βίβλος. Από κει και πέρα στη ζωή του κυριάρχησε ο σεβασμός για κάθε θρησκεία αλλά και για την προσωπική θρησκευτική επιλογή.
Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι θα δυσκολευτεί να βρει δουλειά, γι’ αυτό και θα δεχτεί με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική.
«Αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον»
Η παραπάνω ρήση ανήκει σε βιογράφους του, οι οποίοι περιγράφουν πώς από δικηγόρος ο Γκάντι μετεξελίχθηκε σε πολιτικό ηγέτη, μέσα από τις σκληρές εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία.
Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι έκτοτε δεν θα δεχόταν την αδικία.
Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Αξίζει να σημειωθεί πως το 1914 η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής παραχώρησε αρκετά από αυτά που ζητούσε ο Γκάντι, όπως την αναγνώριση των ινδικών γάμων και την κατάργηση του κεφαλικού φόρου.

«Δεν κρατούν υπόδουλη την Ινδία τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών»
Ο Γκάντι επέστρεψε στην Ινδία το 1915 και έκτοτε εγκατέλειψε τη χώρα του μόλις μια φορά, για ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Μέσα σε 5 χρόνια αναδεικνύεται σε κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας, ενώ επί των ημερών του Ινδικό Εθνικό Κόμμα μετατρέπεται σε μια μαζικότατη πολιτική οργάνωση.
Ο Γκάντι γίνεται γρήγορα ο απόλυτος κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους αποικιοκράτες.
Ο Ινδός ηγέτης επισκέπτεται ολόκληρη τη χώρα, πρωτοστατώντας σε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις του ινδικού λαού, πάντοτε χωρίς τη χρήση βίας, με στόχο την ανεξαρτησία. Παράλληλα, επιχειρεί να αλλάξει αρκετές από τις κοινωνικές συνήθειες των Ινδών, όπως ο γάμος σε πολύ μικρή ηλικία (τον ίδιο τον είχαν παντρέψει οι γονείς του στα 13 του χρόνια με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι).
Όταν το 1919 το Βρετανικό Κοινοβούλιο μέσω της πράξης του Rowlatt παραχώρησε στις αποικιακές δυνάμεις έκτακτες εξουσίες για την αντιμετώπιση του κινήματος που είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, η τακτική της παθητικής αντίστασης αποκτά γρήγορα εκατομμύρια θιασώτες. Μία διαδήλωση εναντίον της πράξης του Rowlatt στην πόλη Αμριτσάρ θα καταλήξει τότε σε λουτρό αίματος από τις βρετανικές δυνάμεις.
Το 1920 ο Γκάντι προωθεί μία οργανωμένη εκστρατεία μη συνεργασίας. Ινδοί κρατικοί αξιωματούχοι παραιτούνται, οι πολίτες αρνούνταν τη συμμετοχή σε κρατικούς οργανισμούς και τα παιδιά αποχωρούν από τα κρατικά σχολεία.
Το 1922 φυλακίζεται για πρώτη φορά από τους Βρετανούς αποικιοκράτες. Μετά την απελευθέρωσή του ο Γκάντι επικεντρώνεται, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, στο να φέρει πιο κοντά τους ινδουιστές με τους μουσουλμάνους της χώρας, που σταδιακά και με την κατάλληλη «ενθάρρυνση» από τους Βρετανούς άρχισαν να αλληλοαντιμετωπίζονται με καχυποψία.
Το φθινόπωρο του 1924, σε μία από τις πλέον γνωστές «δημόσιες νηστείες» του, ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο της ειρηνικής συνύπαρξης.

Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, πρωθυπουργός της Ινδίας
Στις 30 Ιανουαρίου του 1948, ο Ινδός ηγέτης Μαχάτμα Γκάντι δολοφονείται από τον ομόθρησκό του, Ναθουράμ Γκόντσε. Ένα χρόνο πριν, είχε υπογραφεί το σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947), οι Βρετανοί αποχωρούσαν από την Ινδία και δύο νέα κυρίαρχα κράτη ιδρύονταν, εκείνα της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947).
Οι εξελίξεις είχαν προκάλεσαν τότε μεγάλη απογοήτευση στον Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. Στην απόφασή του να αποδεχθεί την ιδέα της διαίρεσης της χώρας του συνέβαλε καθοριστικά η κλιμάκωση της βίας, η οποία θα αποτελούσε μια ανοιχτή πληγή, που σύμφωνα με την πολιτική του φιλοσοφία, ήταν πιθανό να φέρει μεγαλύτερα δεινά στον ινδικό λαό.
Αυτή ακριβώς η κλιμάκωση της βίας, ενός μέσου επίτευξης πολιτικών στόχων του οποίου υπήρξε πάντα πολέμιος, έμελλε να του στοιχίσει την ίδια του τη ζωή.
Ο δολοφόνος του Γκάντι υπήρξε μέλος μιας εξτρεμιστικής ινδουιστικής οργάνωσης που θεωρούσε την πολιτική του Γκάντι ως πολιτική κατευνασμού προς τους μουσουλμάνους της χώρας, υπεύθυνη για τη δημιουργία μουσουλμανικού κράτους σε ινδουιστικό έδαφος, με τη διαίρεση της Ινδίας και τη χορήγηση κονδυλίων στο νεοσύστατο Πακιστάν να κρίνονται γεγονότα προδοτικά.
«Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς»
Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Έμεινε γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής, Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.
Γιος του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον, που λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν έντονα επηρεασμένο από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι. Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι.
Ως έφηβος, έζησε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και έτρωγε ακόμη και κρέας. Μετά το σχολείο, θα φύγει στην Αγγλία για σπουδές, όπου και θα γίνει αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του λόγω χορτοφαγίας. Εκεί θα ξεπεράσει την εσωστρέφειά του και λίγο αργότερα θα γίνει μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Ο Γκάντι θα μελετήσει εκεί ποικίλα θρησκευτικά έργα και πραγματείες, μεταξύ των οποίων και η Βίβλος. Από κει και πέρα στη ζωή του κυριάρχησε ο σεβασμός για κάθε θρησκεία αλλά και για την προσωπική θρησκευτική επιλογή.
Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι θα δυσκολευτεί να βρει δουλειά, γι’ αυτό και θα δεχτεί με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική.
«Αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον»
Η παραπάνω ρήση ανήκει σε βιογράφους του, οι οποίοι περιγράφουν πώς από δικηγόρος ο Γκάντι μετεξελίχθηκε σε πολιτικό ηγέτη, μέσα από τις σκληρές εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία.
Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι έκτοτε δεν θα δεχόταν την αδικία.
Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Αξίζει να σημειωθεί πως το 1914 η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής παραχώρησε αρκετά από αυτά που ζητούσε ο Γκάντι, όπως την αναγνώριση των ινδικών γάμων και την κατάργηση του κεφαλικού φόρου.
«Δεν κρατούν υπόδουλη την Ινδία τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών»
Ο Γκάντι επέστρεψε στην Ινδία το 1915 και έκτοτε εγκατέλειψε τη χώρα του μόλις μια φορά, για ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Μέσα σε 5 χρόνια αναδεικνύεται σε κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας, ενώ επί των ημερών του Ινδικό Εθνικό Κόμμα μετατρέπεται σε μια μαζικότατη πολιτική οργάνωση.
Ο Γκάντι γίνεται γρήγορα ο απόλυτος κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους αποικιοκράτες.
Ο Ινδός ηγέτης επισκέπτεται ολόκληρη τη χώρα, πρωτοστατώντας σε αλλεπάλληλες εξεγέρσεις του ινδικού λαού, πάντοτε χωρίς τη χρήση βίας, με στόχο την ανεξαρτησία. Παράλληλα, επιχειρεί να αλλάξει αρκετές από τις κοινωνικές συνήθειες των Ινδών, όπως ο γάμος σε πολύ μικρή ηλικία (τον ίδιο τον είχαν παντρέψει οι γονείς του στα 13 του χρόνια με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι).
Όταν το 1919 το Βρετανικό Κοινοβούλιο μέσω της πράξης του Rowlatt παραχώρησε στις αποικιακές δυνάμεις έκτακτες εξουσίες για την αντιμετώπιση του κινήματος που είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, η τακτική της παθητικής αντίστασης αποκτά γρήγορα εκατομμύρια θιασώτες. Μία διαδήλωση εναντίον της πράξης του Rowlatt στην πόλη Αμριτσάρ θα καταλήξει τότε σε λουτρό αίματος από τις βρετανικές δυνάμεις.
Το 1920 ο Γκάντι προωθεί μία οργανωμένη εκστρατεία μη συνεργασίας. Ινδοί κρατικοί αξιωματούχοι παραιτούνται, οι πολίτες αρνούνταν τη συμμετοχή σε κρατικούς οργανισμούς και τα παιδιά αποχωρούν από τα κρατικά σχολεία.
Το 1922 φυλακίζεται για πρώτη φορά από τους Βρετανούς αποικιοκράτες. Μετά την απελευθέρωσή του ο Γκάντι επικεντρώνεται, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, στο να φέρει πιο κοντά τους ινδουιστές με τους μουσουλμάνους της χώρας, που σταδιακά και με την κατάλληλη «ενθάρρυνση» από τους Βρετανούς άρχισαν να αλληλοαντιμετωπίζονται με καχυποψία.
Το φθινόπωρο του 1924, σε μία από τις πλέον γνωστές «δημόσιες νηστείες» του, ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο της ειρηνικής συνύπαρξης.
O Γκάντι στην «Πορεία του Αλατιού»
«Η Πορεία του Αλατιού» και η μάχη για την ανεξαρτησία
Το 1930 ο Γκάντι πρωτοστατεί στην «Πορεία του Αλατιού», κατά την οποία χιλιάδες Ινδοί περπάτησαν απόσταση σχεδόν 200 μιλίων προς τη θάλασσα ως ένδειξη διαμαρτυρίας για το μονοπώλιο των Βρετανών σε ένα τόσο σημαντικό και πρώτης ανάγκης προϊόν όπως το αλάτι.
Ο ρόλος του στο συγκεκριμένο περιστατικό θα οδηγήσει στη νέα σύλληψη και φυλάκισή του από τους Βρετανούς. Στη φυλακή ο Γκάντι θα ξεκινήσει ακόμη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας.
Σε αντίθεση με εκείνα που ευελπιστούσαν οι δικαστές του, η φυλάκιση του Γκάντι θα οδηγήσει σε περαιτέρω αντιδράσεις προς τους Βρετανούς αποικιοκράτες, οι οποίοι τελικά θα αναγκαστούν να τον ελευθερώσουν και, έπειτα από σχετικές συνομιλίες μαζί του, να χαλαρώσουν σε κάποιο βαθμό τους σχετικούς κανονισμούς που αφορούσαν την παραγωγή αλατιού.
Το 1931, εκπροσωπώντας το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο, ο Γκάντι θα βρεθεί στο Round Table Conference στο Λονδίνο, με θέμα συζήτησης την ενδεχόμενη παραχώρηση συνταγματικών ελευθεριών στους κατοίκους της Ινδίας.
Το συνέδριο όχι μόνο δεν κατέληξε σε θετικά αποτελέσματα, αλλά ενίσχυσε και τις εντάσεις ανάμεσα στους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους της Ινδίας. Παράλληλα, η κατάσταση στη χώρα χειροτέρεψε, με την αποικιακή κυβέρνηση να σκληραίνει τη συμπεριφορά της προς τους Ινδούς και τον Γκάντι να συλλαμβάνεται και να φυλακίζεται για ακόμη μια φορά.
«Ο οφθαλμός αντί οφθαλμού καταλήγει να κάνει όλο τον κόσμο τυφλό»
Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μπαίνουν πλέον οριστικά τα θεμέλια της ανεξαρτησίας την Ινδίας. Η δύσκολη θέση στην οποία θα βρεθεί το Λονδίνο έπειτα από τις σημαντικές νίκες των Ιαπώνων θα αναγκάσει τους Βρετανούς να ζητήσουν τη βοήθεια των Ινδών. Σταθερός στη θέση του πως η βία δεν μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα, ο Γκάντι θα πρωτοστατήσει - καταρχήν - στον αγώνα για να αρνηθεί η Ινδία την οποιαδήποτε παροχή στρατιωτικής βοηθείας. Για την στάση του, θα φυλακιστεί ξανά. Στην ουσία, ωστόσο, η συμμετοχή των Ινδών θα εξασφαλιστεί με αντάλλαγμα το οριστικό τέλος της βρετανικής αποικιοκρατίας.
Ο Γκάντι με τον Muhammad Ali Jinnah, που θεωρείται ιδρυτής του Πακιστάν (Βομβάη, 1944)
«Ο αδύναμος δεν μπορεί ποτέ να συγχωρήσει. Η συγχώρεση είναι το χαρακτηριστικό του ισχυρού»
Ο δολοφόνος του Γκάντι, Ναθουράμ Γκόντσε, τον πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος, την ώρα που εκείνος περπατούσε με τις δυο ανιψιές του, με προορισμό του ένα τόπο προσευχής.
Η δίκη διήρκησε περίπου ένα χρόνο. Στις 8 Νοεμβρίου του 1948, ο Γκόντσε καταδικάστηκε σε θάνατο και η ποινή του εκτελέστηκε μια εβδομάδα αργότερα.
Στο διάστημα αυτό, ο πρωθυπουργός της Ινδίας, Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, και οι δύο γιοι του Γκάντι, επεδίωξαν να δοθεί χάρη στον δολοφόνο.
Θεωρούσαν πως η εκτέλεση της θανατικής ποινής, θα ήταν προσβολή στη μνήμη του ανθρώπου που πάλεψε όσο κανείς άλλος, εναντίον κάθε μορφής βίας.
«Μια ουγκιά δράσης αξίζει περισσότερο από ένα τόνο διδασκαλίας», είχε πει ο Μαχάτμα Γκάντι. Η δράση του, όσο και ο λόγος του, δεν παύουν να εμπνέουν μέχρι σήμερα ακτιβιστές και κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014
Θα γυρίσει μπούμερανγκ η βράβευση της Μαλάλα με το Νόμπελ Ειρήνης; Ένα άρθρο του Foreign Policy
Ο αρθρογράφος του Foreihn Policy, Elias Groll, συγχαίρει
καταρχάς τη Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ
επειδή κατάφερε «να μην πυροβολήσει το ίδιο της το πόδι» , δίνοντας το βραβείο
Ειρήνης στον Πάπα Francis, το υποτιθέμενο φαβορί για το βραβείο, όπως αναφέρει
χαρακτηριστικά. Αντ 'αυτού, το βραβείο δόθηκε στους πρωταγωνιστές για την εκστρατεία των δικαιωμάτων του παιδιού,
Malala Γιουσαφζάι και Kailash Satyarthi.
Παράλληλα,
παρουσιάζει το σκεπτικισμό του για τις συνέπειες που αυτή βράβευση θα έχει,
ειδικά στο Πακιστάν, στο πώς αντιμετωπίζουν οι συντηρητικοί και φανατικοί
κύκλοι τη Γιουσαφζάι, και το έργο της.
Είναι δύσκολο να σκεφτώ – συνεχίζει ο
αρθρογράφος - δύο πιο άξιους υποψηφίους. Για τις προσπάθειές της να διασφαλίσει ότι όλα τα κορίτσια του Πακιστάν
θα είναι σε θέση να αποκτήσουν μια εκπαίδευση, η Γιουσαφζάι, σήμερα 17 ετών,
πυροβολήθηκε στο κεφάλι όταν ήταν μόλις 15 χρονών από μαχητές των Ταλιμπάν.
Μετά τη θαυματουργή επιβίωσή της, έχει αναδειχθεί σε ηχηρό, εύγλωττο συνήγορο
για τα δικαιώματα όλων των παιδιών ώστε να
μπορούν να κερδίσουν την εκπαίδευση που τους αξίζει.
Ο Satyarthi, εν τω μεταξύ, είναι ένα από τους πιο γνωστούς ακτιβιστές
της Ινδίας υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών. Έχει πραγματοποιήσει
αιφνιδιαστικές επιδρομές σε εργοστάσια που απασχολούν παιδιά και πιστώνεται με την απελευθέρωση
80.000 παιδιών από τη δουλεία και την εξαναγκαστική εργασία.
Η
επιλογή της Γιουσαφζάι, της νεότερης αποδέκτριας στην ιστορία του βραβείου
Ειρήνης, και του Satyarthi αποτελεί επίσης ένα σημαντικό στο συμβολισμό
του δίδυμο. Η Γιουσαφζάι είναι Πακιστανή μουσουλμάνα, ενώ ο Satyarthi είναι ινδός που ασπάζεται την
ινδουιστική θρησκεία. (Η κοινή επιλογή τους είναι μια προφανής χειρονομία προς τις συνεχιζόμενες παγκόσμιες προσπάθειες
για την επίτευξη ενός ειρηνικού τέλους στη μακρόχρονη σύγκρουση του Πακιστάν με
την Ινδία, το οποίο έχει δει πρόσφατα την αναζωπύρωσή της στην οιονεί διαφιλονικούμενη
συνοριακή περιοχή του Κασμίρ.)
Η Γιουσαφζάι έγινε παγκοσμίως
γνωστή, ο Satyarthi πολύ
σπάνια έχει κάλυψη από τα ΜΜΕ. Η Γιουσαφζάι είναι νέα, ο Satyarthi, 60 ετών, είναι ηλικιωμένος.
Το
δικαίωμα, όμως, στην εκπαίδευση και η
ελευθερία από την παιδική εργασία αποτελούν δύο από τις πιο σημαντικές
προκλήσεις για τα δικαιώματα των παιδιών
σε όλο τον κόσμο.
Η επιλογή του Satyarthi τον βγάζει από τη σχετική αφάνεια, και
αυτό είναι μια σημαντική επίδραση της απόφασης
της επιτροπής Νόμπελ. Υπάρχουν περίπου 60 εκατομμύρια παιδιά σκλάβοι στην
Ινδία, ένας τραγικός αριθμός που αντιπροσωπεύει την σκοτεινή πλευρά της
ιλιγγιώδους οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Με την μεσαία τάξη της χώρας να αναπτύσσεται
με ταχείς ρυθμούς, η Ινδία έχει δει μια έκρηξη στη ζήτηση για φθηνό εργατικό
δυναμικό. Όλο και πιο συχνά η εργασία
έχει συνδεθεί με τη μορφή των εργαζόμενων παιδιών, που αποσπώνται βίαια από την παιδική τους
ηλικία.
"Αυτό είναι το πιο ειρωνικό μέρος της ανάπτυξης της Ινδίας. Οι
μεσαίες τάξεις απαιτούν φτηνό, υπάκουο εργατικό δυναμικό," δήλωσε ο Satyarthi, ο οποίος ηγείται του Κινήματος , Save Child Movement, στο BBC το Φεβρουάριο. "Το
φθηνότερο και πιο ευάλωτο εργατικό δυναμικό είναι τα παιδιά - ιδιαίτερα τα νέα
κορίτσια. Έτσι, η ζήτηση για φθηνό
εργατικό δυναμικό συμβάλλει στην εμπορία των παιδιών από απομακρυσμένες
περιοχές της Ινδίας στις μεγάλες πόλεις.".
Για τον
Satyarthi, το βραβείο σημαίνει αναγνώριση για τις προσπάθειες
δεκαετιών για την υπεράσπιση των εργαζομένων παιδιών, αλλά και για τη Γιουσαφζάι,
το βραβείο συνδέεται αναμφισβήτητα με κινδύνους. Όπως γράφει στο Slate, ο πρώην συνάδελφός μου Josh Keating – αναφέρει ο Groll - η ενασχόληση των μέσων μαζικής ενημέρωσης με
τη Γιουσαφζάι κρύβει συχνά την περίπλοκη σχέση της Δύσης με το Πακιστάν, που
σημαδεύεται τα τελευταία χρόνια με μια επιθετική εκστρατεία των ΗΠΑ, αλλά και
τεράστια ποσά βοήθειας των ΗΠΑ στη χώρα. Αυτή η κάλυψη ξεφεύγει συχνά προς μια
συγκατάβαση που μειώνει τη σχέση της Δύσης με το Πακιστάν, σύμφωνα με τα λόγια του
ερευνητή σε θέματα τεχνολογίας, Zeynep Tufekci , σε κάτι τέτοιο: « στο να βρουν μια νεαρή γυναίκα που
θαυμάζουμε που όλοι θέλουν να έχουν στο
σπίτι τους πάνω σε ένα ράφι για να τη
λατρεύουν."
Επιπλέον, σε ορισμένους κύκλους
του Πακιστάν, η Γιουσαφζάι έχει γίνει
ένα σύμβολο της δυτικής παρέμβασης στη χώρα, ενώ αφθονούν και οι θεωρίες συνωμοσίας ότι η ιστορία της στην
πραγματικότητα δημιουργήθηκε από τη CIA, η οποία διενεργεί συνεχείς άκαρπες επιθέσεις στο
βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. Αυτό φυσικά είναι παρατραβηγμένο, αλλά οι έπαινοι
που έχει λάβει στη Δύση έχουν εξίσου γίνει αντικείμενο κριτικής στην πατρίδα
της. Το Νόμπελ Ειρήνης θα ανυψώσει σίγουρα το γόητρο της – όπως, επίσης, θα
αυξήσει την έχθρα εναντίον της, σε ορισμένες περιοχές του Πακιστάν.
Αυτός ο τρόπος σκέψης παρέμεινε
ζωντανός για τα καλά και την Παρασκευή. "Καταδικάζω την απόφαση αυτή με τα
εντονότερα δυνατά λόγια," δήλωσε στο
BBC ο Tariq Khattak,
ένας συντάκτης στον Observer
του Πακιστάν . "Είναι μια πολιτική απόφαση, χειραγωγημένη, και μια συνωμοσία για να προκαλέσει
[sic] τους ανθρώπους
των μουσουλμανικών χωρών. Και ο πατέρας της Malala και η Malala δεν
έχουν κάνει τίποτα. Ο πατέρας της είναι ένας καλός πωλητής, αυτό είναι. Και η
κόρη του έχει γίνει επίσης μια πωλήτρια. Και χορεύουν με τις μελωδίες της
Δύσης. "
Πώς μια 17χρονη ακτιβίστρια προχωρά για να
χτίσει μια καριέρα είναι πάντα ένα πολύ ανοιχτό ερώτημα. Από τότε που πυροβολήθηκε το
2012, η Γιουσαφζάι έχει αναφερθεί συνεχώς ως υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης,
και η επιλογή της φέτος έχει μάλλον να κάνει εν μέρει με την ομιλία της το
τελευταίο έτος πριν από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, η οποία
δημιούργησε αίσθηση.
Αυτή
η ομιλία έδειξε πόσο ισχυρή μπορεί να γίνει μια φωνή που μιλά για τη διασφάλιση της πρόσβασης στην
εκπαίδευση, αλλά μια τεράστιο διεθνής αναγνώριση δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε
αλλαγή στο έδαφος του Πακιστάν, ειδικά όταν πολλοί από τους συμπατριώτες της παραμένουν βαθιά καχύποπτοι απέναντι της.
Μετά από όλα, αυτό είναι εξαιρετικά ασαφές
αν ένα Νόμπελ Ειρήνης μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε για να προωθήσει την αιτία για την
οποίαδόθηκε. Τα καταπιεστικά καθεστώτα λαμβάνουν κατασταλτικά μέτρα και επιτίθενται σε
ακτιβιστές που πιστεύουν ότι θα λάβουν το βραβείο, και υπάρχουν λίγα στοιχεία
που να δείχνουν ότι οι φιλόδοξοι νικητές – και οι βραβευμένοι οι οποίοι έχουν
λάβει το βραβείο για υποστήριξη της καλύτερης κοινωνίας που επιδιώκουν να
χτίσουν - έχουν ουσιαστικά επωφεληθεί από την απονομή.
Αν μη τι άλλο, εκείνοι στο Πακιστάν
που είναι εχθρικοί προς τη Γιουσαφζάι μπορεί μόνο να σκληρύνουν την αντίθεσή τους τώρα που έχει λάβει το
Βραβείο Ειρήνης. Αυτό μπορεί να παρεμποδίσει το έργο της περισσότερο παρά να προάγει
τους σκοπούς της.
Κυριακή 8 Ιουνίου 2014
Βιασμοί στην Ινδία
του Μ…
Δύο έφηβες
αδελφές βιάστηκαν ομαδικά σε ένα χωριό στο Ούταρ Πραντές, μια επίθεση που σημειώθηκε μόλις μια εβδομάδα μετά
τον ομαδικό βιασμό δύο έφηβων εξαδέλφων που βρέθηκαν κρεμασμένες από ένα δέντρο, στο ίδιο κρατίδιο.
Σύμφωνα με την οικογένεια των θυμάτων, οι δύο έφηβες είχαν φύγει από το
σπίτι και πήγαιναν σε έναν κοντινό αλευρόμυλο,
όταν οι δράστες τις απήγαγαν, τις πήγαν σε μια δασική περιοχή και
τις βίασαν. «Οι ιατρικές εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι τα κορίτσια βιάστηκαν»,
είπε ο αξιωματικός της αστυνομίας Γιαντέβ. «Οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν»,
πρόσθεσε.
Ορισμένοι πολιτικοί
επικρίθηκαν έντονα για την απάθεια που
επέδειξαν για την υπόθεση. Ο Ακίλες
Γιάνταβ, ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης του κρατιδίου Ούταρ Πραντές,
κατηγόρησε την περασμένη εβδομάδα τους δημοσιογράφους
ότι διακατέχονται από προκατάληψη,
τονίζοντας πως μια απλή αναζήτηση στο Google
θα αποκάλυπτε πως βιασμοί γίνονται σε όλη την Ινδία και όχι μόνο στο
δικό του κρατίδιο.
Κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής συγκέντρωσης τον Απρίλιο ο πατέρας του νυν επικεφαλής της κρατιδιακής κυβέρνησης -πρώην πρωθυπουργός στο Ούταρ Πραντές -, ο Μουλάγιαμ Σιχ Γιάνταβ, είχε αντιταχθεί στην επιβολή της εσχάτης των ποινών για τους βιαστές, υποστηρίζοντας ότι «τα αγόρια θα είναι πάντα αγόρια».
Το κράτος δικαίου
λοιπόν, βασίζεται στην φυλετική διάκριση, θεωρεί σκλάβες του σεξ τις γυναίκες,
προβάλει τον σεξισμό, επιβραβεύοντας τα ''αρσενικά''. Ατιμώρητοι οι βιαστές και
ελεύθεροι να πράξουν ξανά το ''όσιο'' έργο τους. Κράτος δικαίου ή νόμοι της ζούγκλας; Επίσης,
μια απλή αναζήτηση στο Google της Ινδίας,
αμφιβάλλουμε αν θα είχαν μη στρατευμένες ειδήσεις ή θα επιτρέπεται το YouTube. Γιατί στις ελεύθερες κοινωνίες ο βιασμός είναι
καταδικαστέος και τιμωρείται.
Επιπρόσθετα, με μια
απλή αναζήτηση στην ελληνική έκδοση του Google ειδήσεις,
βρήκα ένα κείμενο το οποίο αποτελεί την πηγή του κειμένου. Εσύ διάβασες lifestyle, έκανες
βαθμοθηρικό διάβασμα μαθήματος, είδες tv, άκουσες Παντελίδη και κοιμήθηκες ή πήγες για ποτό.
Μπράβο μαλάκα!
Αν έπραξες ουσιωδέστερα του παραπάνω τότε
μπράβο σου, αλλά δεν φτάνει. Διάβασε και σκέψου ξανά και ξανά, έπειτα
αντέδρασε. Γιατί το απάνθρωπο ανθρωπάριο βρίσκεται παντού, όχι μόνο στην Ινδία,
είναι συνένοχος του βιασμού και κάθε απάνθρωπης πράξης , όχι μόνο δράστης
της...
Ετικέτες
Βιασμοί,
Ινδία,
Φυλετικές Διακρίσεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
